Χρήσιμες Πληροφορίες » Δικαιώματα-Υποχρεώσεις

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΕ ΕΓΓΡΑΦΑ-ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ
ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ


Ποιες είναι οι κατηγορίες των εγγράφων;

Τα έγγραφα διακρίνονται σε:


Δημόσια:
είναι εκείνα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους, από τον καθ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία (άρθρο 438 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας). Διοικητικά: είναι εκείνα που συντάσσονται από τις Διοικητικές Αρχές (άρθρο 5 παρ. 1 Ν.2690/99 «Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις- ΦΕΚ).
Ιδιωτικά: είναι εκείνα που δεν είναι δημόσια (π.χ. τιμολόγια, ιδιωτικά συμφωνητικά τοπογραφικά σχεδιαγράμματα ιδιωτών μηχανικών κ.λπ).

Ποιος είναι ο ορισμός της Διοικητικής Αρχής;


Ως Διοικητική αρχή νοούνται όλες οι Δημόσιες Υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και

οι Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού. Οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και
Οικονομικών είναι διοικητικές αρχές.

Σε ποια κατηγορία εγγράφων ανήκουν τα έγγραφα, που εκδίδουν οι
Υπηρεσίες του Υπουργείου (Κεντρική, Δ.Ο.Υ., Τελωνεία, Κτηματικές Υπηρεσίες
κ.λπ.);


Ανήκουν στην κατηγορία των διοικητικών εγγράφων.


Ποιοι μπορούν να λάβουν γνώση των διοικητικών εγγράφων;

Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα, ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει

γνώση των διοικητικών εγγράφων, όπως περιγράφονται στην ερώτηση 1 της ίδιας
ενότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Ν.2690/99). Σύμφωνα με τη νομολογία, αρκεί η ύπαρξη
εύλογου ενδιαφέροντος, που να δικαιολογείται κάπως (σχετ. το αριθ.
ΔΙΣΚΠΟ/Φ.19/12241/9.6.1999 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., το οποίο έχει
κοινοποιηθεί σε όλες τις Υπηρεσίες του Υπουργείου με το αριθ.
1060743/1019/0001Α/2.7.1999/Φ.72 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικού).

Ποια είναι η έννοια του εύλογου ενδιαφέροντος;


Ως εύλογο ενδιαφέρον νοείται εκείνο το οποίο προκύπτει, κατά τρόπο αντικειμενικό,

από την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης εννόμου σχέσεως, συνδεομένης με το
περιεχόμενο των διοικητικών στοιχείων στα οποία ζητείται η πρόσβαση και όχι το
ενδιαφέρον κάθε πολίτη για την εύρυθμη άσκηση των γενικών καθηκόντων της
Διοίκησης και την τήρηση των νόμων (σχετ. αριθ. 1214/2000 απόφαση του Δ΄
Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας).

Ποιοι μπορούν να λάβουν γνώση των ιδιωτικών εγγράφων που
φυλάσσονται στις δημόσιες Υπηρεσίες;

Όποιος έχει ειδικό έννομο συμφέρον, δικαιούται ύστερα από γραπτή αίτησή του, να

λαμβάνει γνώση των ιδιωτικών εγγράφων, που φυλάσσονται στις δημόσιες
υπηρεσίες και είναι σχετικά με υπόθεσή του, η οποία εκκρεμεί σε αυτές ή έχει
διεκπεραιωθεί από αυτές (άρθρο 5 παρ. 2 Ν.2690/99).
Tο αίτημα χορήγησης αντιγράφου εγγράφου (π.χ. ιδιωτικού μισθωτηρίου) για
δικαστική χρήση, εμπίπτει στην κατηγορία του ειδικού έννομου συμφέροντος, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις.
(αριθ. 1044680/504/0006Δ/18.5.2006 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό
αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.15_3726/2.5.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Ποια είναι η έννοια του ειδικού έννομου συμφέροντος;


Κατά την αριθ. 620/1999 γνωμοδότηση του Ε΄ Τμήματος του Ν.Σ.Κ., είναι αυτή του

άρθρου 902 του Αστικού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο: «Όποιος έχει έννομο
συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου που βρίσκεται στην
κατοχή άλλου έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη ή και αντίγραφό του, αν το
έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί ή πιστοποιεί έννομη σχέση
που αφορά και αυτόν ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια
έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο είτε για το συμφέρον του, με τη
μεσολάβηση τρίτου». Παραδείγματα τέτοιων εγγράφων συνιστούν οι διαθήκες, τα
έγγραφα πωλήσεως, μισθώσεως, τα εταιρικά συμβόλαια, τα σχέδια συμβάσεως κ.λπ.
(αριθ. 1044680/504/0006Δ/18.5.2006 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό
αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.15_3726/2.5.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).
Υποχρεούνται οι Δ.Ο.Υ. να αποστέλλουν στα Κέντρα Εξυπηρέτησης
Πολιτών ( Κ.Ε.Π.) αντίγραφα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος (Ε1, Ε5),
των συνυποβαλλόμενων εντύπων (Ε2, Ε3 και Ε9) και των εκκαθαριστικών
σημειωμάτων φόρου εισοδήματος, ύστερα από σχετική αίτηση των πολιτών;
Οι Δ.Ο.Υ. υποχρεούνται να αποστέλλουν αντίγραφα των δηλώσεων φορολογίας
εισοδήματος (Ε1 και Ε5), των συνυποβαλλόμενων εντύπων (Ε2, Ε3 και Ε9) και των
εκκαθαριστικών σημειωμάτων φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων στα Κ.Ε.Π.,
στα οποία οι ενδιαφερόμενοι πολίτες έχουν υποβάλλει τη σχετική αίτηση για τη
χορήγησή τους.
Δεν χρειάζεται να αποστέλλεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. επιπλέον έγγραφη
εξουσιοδότηση του πολίτη προς το Κ.Ε.Π., προκειμένου να του χορηγηθούν τα
αιτούμενα στοιχεία, δεδομένου ότι στο έντυπο της αίτησης- υπεύθυνης δήλωσης που
υποβάλλει στο Κ.Ε.Π. υπάρχει ενσωματωμένη η εξουσιοδότησή του προς αυτό,
προκειμένου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη διεκπεραίωση της
υπόθεσής του (αριθ. 1039493/398/0006Δ/20.4.2007 έγγραφό μας και
επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ. ΔΟΛ ΚΕΠ/Φ.5/36/4714/5.4.2007 έγγραφο του
ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Χορηγείται έγγραφο με το χαρακτηρισμό «εμπιστευτικό»;


Ο χαρακτηρισμός από τη Διοίκηση ενός εγγράφου ως «εμπιστευτικού», δεν συνιστά,

αφ εαυτού, απόρρητο προβλεπόμενο από ειδικές διατάξεις και κατά συνέπεια δεν
είναι λόγος απόρριψης του αιτήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του
άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ. , εκτός αν το έγγραφο αφορά σε θέμα, η γνωστοποίηση του
οποίου μπορεί, ενδεχομένως, να προκαλέσει βλάβη του δημοσίου συμφέροντος
(σχετ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ16/6228/19-4-2005), (Σημείωση: το ερώτημα αυτό και η αντίστοιχη
απάντηση είναι καταχωρημένα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών:
www.gspa.gr, στη διαδρομή Δημόσια Διοίκηση/ Σχέσεις Κράτους- Πολίτη.

Πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα- Χορήγηση αντιγράφων εγγράφων).


Σε ποιες περιπτώσεις δεν υφίσταται το δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών

στα έγγραφα (διοικητικά και ιδιωτικά);

Το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το

έγγραφο αφορά στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου ή αν παραβλάπτεται
απόρρητο, το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις (όπως το φορολογικό
απόρρητο) (άρθρο 5, παρ. 3, εδ. α? Ν.2690/99).
Η έννοια του απορρήτου προϋποθέτει γνώση στοιχείων σε τρίτο πρόσωπο. Ο τρίτος,
δηλαδή, δεν έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα που αναφέρονται στις
παραπάνω περιπτώσεις. Το απόρρητο, όμως, δεν αφορά στον άμεσα
ενδιαφερόμενο, ο οποίος, κανονικά, λαμβάνει γνώση των εγγράφων αυτών.

Πότε η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του

δικαιώματος γνώσης του διοικητικού ή ιδιωτικού εγγράφου;


Η αρμόδια διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος

γνώσης του διοικητικού ή ιδιωτικού εγγράφου, αν:

i) αυτό αναφέρεται στις συζητήσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή

ii) η ικανοποίηση του δικαιώματος αυτού είναι δυνατόν να δυσχεράνει
ουσιωδώς την έρευνα δικαστικών, διοικητικών, αστυνομικών ή
στρατιωτικών αρχών, σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής
5παράβασης (άρθρο 5 παρ. 3 εδ. β? Ν.2690/99, όπως συμπληρώθηκε
με τις διατάξεις της παρ. 2 άρθρου 8 Ν.2880/2001- ΦΕΚ 9/Α?).
Εάν διεξάγεται πειθαρχική ανάκριση, κατά τις διατάξεις του Ν. 3528/2007, για τη
γνώση των εγγράφων του πειθαρχικού φακέλου, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις
των άρθρων 127, παρ. 5 (στο οποίο αναφέρεται ότι η πειθαρχική ανάκριση είναι
μυστική) και 135, παρ.3 (στο οποίο αναφέρεται ότι, πριν από την απολογία, ο
διωκόμενος έχει δικαίωμα να λάβει γνώση του φακέλου της πειθαρχικής
υπόθεσης).

Πως ασκείται το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα;


Η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης σε έγγραφα γίνεται με δυο τρόπους:


α) Με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της Υπηρεσίας ή

β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή του, μπορεί να βλάψει το
πρωτότυπο (άρθρο 5, παρ. 4, Ν.2690/99).
Σύμφωνα με την αριθ. 49/2001 γνωμοδότηση του Ν.Σ.Κ., «οι ενδιαφερόμενοι δεν
μπορούν να λάβουν γνώση ολόκληρων φακέλων της Διοικήσεως, γενικώς και
αορίστως, αλλά συγκεκριμένων διοικητικών (κ.α) εγγράφων, που προσδιορίζονται
στην ορισμένη και γραπτή προς τούτο αίτησή τους».

Ποια είναι η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση διοικητικών και ιδιωτικών

εγγράφων, κατά τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του Ν.2690/99 ή για την
αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πολίτη;


Η χρονική προθεσμία για τη χορήγηση διοικητικών και ιδιωτικών εγγράφων ή την αιτιολογημένη απόρριψη της σχετικής αίτησης του πολίτη είναι είκοσι (20) ημέρες από την υποβολή της αίτησης (άρθρο 5 παρ. 6 Ν.2690/99, όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 3230/2004.


Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ζητήσει αντίγραφα των αιτούμενων

εγγράφων από την υπηρεσία, η οποία τα έχει εκδώσει ή από οποιαδήποτε
Υπηρεσία, η οποία έχει νομίμως στην κατοχή της τα έγγραφα;


Σύμφωνα με την αριθ. 551/1999 Γνωμοδότηση Τριμελούς Επιτροπής (άρθρου 5,

παρ. 1, Π.Δ. 282/96) του Ν.Σ.Κ.- Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου
Πολιτισμού, «ο πολίτης πρέπει να το ζητήσει κατ` αρχήν από την υπηρεσία, η οποία
έχει εκδώσει το σχετικό διοικητικό έγγραφο και όχι από οποιαδήποτε Υπηρεσία, η
οποία έχει νομίμως στην κατοχή της το διοικητικό έγγραφο, δεδομένου ότι μόνο ο
εκδότης του εγγράφου αυτού δύναται να εκτιμήσει εάν τούτο υπάγεται στις εξαιρέσεις μη ικανοποιήσεως του σχετικού δικαιώματος και επίσης, μόνο αυτός μπορεί να γνωρίζει εάν το διοικητικό έγγραφο είναι γνήσιο και εξακολουθεί να ισχύει (μη ανάκληση τούτου, μη κήρυξή του ως πλαστού)».
Με τον τρόπο αυτό, όμως, περιορίζεται αδικαιολόγητα το δικαίωμα
πρόσβασης των πολιτών στα διοικητικά έγγραφα και όπως έχει διευκρινιστεί από τη
Δ/νση Σχέσεων Κράτους- Πολίτη του Υπουργείου Εσωτερικών, στις περιπτώσεις
αυτές, σύμφωνα και με την αριθ. 3943/1995 Απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας, γίνεται δεκτό ότι η Διοίκηση «έχει την υποχρέωση να χορηγεί η ίδια
στους αιτούντες τα ζητούμενα στοιχεία, έστω μάλιστα και αν δεν περιλαμβάνονται σε
εκείνα που τηρούνται στην οικεία Υπηρεσία αφού, σε τέτοια περίπτωση, οφείλει να
μεριμνήσει ώστε να περιέλθουν σε αυτή τα σχετικά στοιχεία, προκειμένου να
εκπληρώσει την παραπάνω υποχρέωσή της».
Ειδικότερη περίπτωση γνωστοποίησης ή μη περιεχομένου έγγραφης
καταγγελίας στον καταγγελόμενο Σύμφωνα με την αριθ. 482/95 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ., η Διοίκηση υποχρεούται να γνωστοποιεί το περιεχόμενο έγγραφης καταγγελίας στον καταγγελλόμενο και να του χορηγεί αντίγραφο αυτής, εκτός εάν:
6α) η γνωστοποίηση μπορεί να δυσχεράνει την έρευνα διοικητικών ή δικαστικών
αρχών για τα καταγγελλόμενα και
β) η καταγγελία δεν στηρίζει αφ εαυτής διοικητική πράξη ή άλλο επίσημο έγγραφο
της αρμόδιας αρχής και ο καταγγελλόμενος δεν θεμελιώνει συγκεκριμένο έννομο
συμφέρον να λάβει γνώση της καταγγελίας.
Ενδιαφέρον έχει το σκεπτικό της παραπάνω Γνωμοδότησης, σύμφωνα με το οποίο
«η υποχρέωση της Διοίκησης να αποκαλύψει ή μη στον καταγγελλόμενο έγγραφη
καταγγελία που βρίσκεται στα αρχεία της συναρτάται με τη θεμελίωση εκ μέρους του, συγκεκριμένου έννομου συμφέροντος. Η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής δεν μπορεί να κριθεί γενικά και αφηρημένα, αλλά εξαρτάται από τα εκάστοτε περιστατικά κάθε περίπτωσης, που θα πρέπει να εκτιμήσει η Διοίκηση. Έτσι, η αρμόδια Υπηρεσία μπορεί να μην επιτρέψει στον καταγγελλόμενο να λάβει γνώση της κατ` αυτού καταγγελίας, επικαλούμενη έλλειψη έννομου συμφέροντος, αν διαπιστώθηκαν οι καταγγελθείσες πράξεις ή παραλείψεις, μετά από διεξαχθείσα έρευνα κρατικών
οργάνων και οι ενέργειες των αρμόδιων αρχών που επακολούθησαν (επιβολή κυρώσεων, παραπομπή στον εισαγγελέα κ.λπ), στηρίζονται αποκλειστικά στις
διαπιστώσεις αυτές, διότι στην περίπτωση αυτή η οποιαδήποτε προσβολή των υλικών συμφερόντων και της ηθικής υποστάσεως του καταγγελλομένου δεν
απορρέει από την καταγγελία, αλλά από διοικητικές πράξεις και ενέργειες, κατά των οποίων μπορεί τούτος να προστατεύσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του με τα οικεία και ειδικώς προβλεπόμενα από το νόμο ένδικα μέσα και βοηθήματα, χωρίς να χρειάζεται να στραφεί και κατά του καταγγέλλοντος.
Έτσι, αν οι καταγγελθείσες πράξεις ή παραλείψεις διαπιστώθηκαν μετά από διεξαχθείσα έρευνα κρατικών οργάνων, δηλ. η τυχόν διαπίστωση της τέλεσης
φορολογικών παραβάσεων και η επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων στηρίζεται αποκλειστικά στις έρευνες και τους ελέγχους των αρμόδιων κρατικών οργάνων και στα πραγματικά περιστατικά που αυτά διαπίστωσαν, τότε η συγκεκριμένη καταγγελία δεν αποτελεί διοικητικό έγγραφο, αλλά το αίτημα του καταγγελλομένου να του γνωστοποιηθεί παρίσταται και ως καταχρηστικό, γι αυτό η Διοίκηση μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, γιατί η κατάχρηση δικαιώματος αποτελεί συνταγματικό όριο και του δικαιώματος πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα που καθιερώθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1599/86 (σήμερα άρθρο 5 του Ν. 2690/99)».

ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ

Ποιοι μπορούν να επικυρώνουν αντίγραφα διοικητικών εγγράφων:

α) όλες οι Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π., από το πρωτότυπο ή από το ακριβές

αντίγραφο της διοικητικής αρχής που το εξέδωσε.
β) οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την
άσκηση των λειτουργημάτων τους έγγραφό μας και τα επισυναπτόμενα σε αυτό αριθ.
Σημείωση: Είναι αδύνατη η επικύρωση από αντίγραφο, το οποίο δεν έχει
επικυρωθεί από την αρχή που εξέδωσε το πρωτότυπο (Ολομ. Ν.Σ.Κ. 233/2000)

Σε ποιο σημείο του αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου γίνεται η σχετική

επισημειωματική πράξη της επικύρωσης;


Για την επικύρωση αντιγράφου εγγράφου γίνεται, από το αρμόδιο όργανο της

Διοίκησης, επισημειωματική πράξη στο σώμα του αντιγράφου ή φωτοαντιγράφου. Η
πράξη αυτή τίθεται σε σημείο του φωτοαντιγράφου, αντίστοιχο με εκείνο όπου και
στο πρωτότυπο έγγραφο υπάρχει υπογραφή του αρμόδιου οργάνου .

Τι αναγράφει ο αρμόδιος, για την επικύρωση, υπάλληλος της Διοικητικής

αρχής, στη σχετική επισημειωματική πράξη;

Ο αρμόδιος υπάλληλος της διοικητικής Αρχής για την επικύρωση, παραβάλει το

αντίγραφο προς το πρωτότυπο ή το ακριβές αντίγραφο της αρχής που εξέδωσε το
πρωτότυπο και με την υπογραφή του βεβαιώνει την προς τούτο συμφωνία. Στη
σχετική επισημειωματική πράξη αναγράφει, χειρόγραφα ή με ανάλογη ορθογώνια
σφραγίδα:

(i) Τον τίτλο του φορέα και την Υπηρεσία αυτού που ενεργεί την

επικύρωση (π.χ. Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών- Δ.Ο.Υ. ).
(ii) Τη φράση «Ακριβές Αντίγραφο ή ακριβές φωτοαντίγραφο, από το
πρωτότυπο ή από το ακριβές αντίγραφο που βρίσκεται στο Αρχείο της
Υπηρεσίας ή που μου επιδείχθηκε από τον ενδιαφερόμενο».
(iii) Το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο, καθώς και τον αριθμό δελτίου
αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου έγγραφου στοιχείου (άρθρου 3 του
Ν. 2690/1999) του προσώπου, που προσκομίζει το προς επικύρωση
έγγραφο.
(iv) Τον τόπο και την ημερομηνία επικύρωσης.
(v) Την υπογραφή του υπαλλήλου.
(vi) Την επίσημη (στρογγυλή) σφραγίδα της Υπηρεσίας του υπαλλήλου που
ενεργεί την επικύρωση.
(vii) Το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου.
(αριθ. 1003515/22/0006Δ/11.1.2000 έγγραφό μας και σελ. 81 Κανονισμού
Επικοινωνίας Δημόσιων Υπηρεσιών)

Υπάρχουν περιορισμοί στη χρονική ισχύ των ακριβών αντιγράφων ;


Από τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2690/1999, όπως ισχύει, δεν προκύπτουν

περιορισμοί στη χρονική ισχύ των ακριβών αντιγράφων (αριθ. 1083343/ 1076/
0006Δ/ 2.9.2005 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ.
ΔΙΣΚΠΟ/Φ22/5583/22.3.2005 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).

Μεταβάλλεται, με την επικύρωση, η χρονική ισχύς των εγγράφων;


Με την επικύρωση δεν μεταβάλλεται η χρονική ισχύς των εγγράφων. Η επικύρωση

ενός αντιγράφου δεν συνιστά ανανέωση, μεταγενέστερη έκδοση, χρονική επέκταση ή
παράταση της αρχικής ισχύος, αλλά μόνο αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, όπως
ισχύει (αριθ. 1083343/ 1076/ 0006Δ/ 2.9.2005 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο
σε αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ22/5583/22.3.2005 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).

Είναι δυνατή η επικύρωση, από τις Διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π

αντιγράφου εγγράφου από το πρωτότυπο ή το ακριβές αντίγραφο της αρχής
που εξέδωσε το πρωτότυπο, σε περίπτωση που προσκομίζεται από τρίτο
πρόσωπο, χωρίς σχετική εξουσιοδότηση από το πρόσωπο στο οποίο αφορά
το έγγραφο;


Είναι δυνατή η επικύρωση, καθώς από τις διατάξεις που αφορούν στη διαδικασία

επικύρωσης δεν προκύπτει απαγόρευση επικύρωσης αντιγράφου εγγράφου, όταν αυτό δεν προσκομίζεται απότο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, αλλά από τρίτο πρόσωπο, χωρίς σχετική εξουσιοδότηση.
Όμως, σύμφωνα με τον Κανονισμό Επικοινωνίας Δημόσιων Υπηρεσιών, στη σχετική
επισημειωματική πράξη, σαφώς πρέπει να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και το
πατρώνυμο, καθώς και ο αριθμός δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου
εγγράφου στοιχείου του προσώπου, που προσκομίζει το προς επικύρωση έγγραφο

Απαιτείται να τεθεί στρογγυλή σφραγίδα στις ενώσεις των σελίδων του

προς επικύρωση εγγράφου, με μονογραφή των αρμόδιων υπαλλήλων;

Λόγω της ιδιάζουσας φύσης του περιεχομένου των εγγράφων των Υπηρεσιών του

Υπουργείου ή των υποβαλλόμενων δικαιολογητικών ή βεβαιώσεων από τους
πολίτες, οι Υπηρεσίες του Υπουργείου μπορούν να αποφασίσουν για τις κατηγορίες
εκείνες των εγγράφων, για τις οποίες θα τίθεται η στρογγυλή σφραγίδα και στις
ενώσεις των σελίδων, με μονογραφή των αρμόδιων υπαλλήλων.

Σε ποιες περιπτώσεις δεν απαιτείται η επικύρωση αντιγράφων διοικητικών

εγγράφων;


Όταν τα αντίγραφα αυτά συνοδεύονται από υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/86, στην

οποία ο ενδιαφερόμενος βεβαιώνει την ακρίβεια των στοιχείων, οπότε και γίνονται
υποχρεωτικά αποδεκτά από τη Διοίκηση (παρ. 2 και 3 του άρθρου 11 ν.2690/99,
όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 16 του
Ν. 3345/2005).

Τα επικυρωμένα αντίγραφα διοικητικών εγγράφων γίνονται υποχρεωτικά

αποδεκτά από τη Διοίκηση;


Τα επικυρωμένα αντίγραφα, που εξέδωσε διοικητική αρχή, γίνονται υποχρεωτικά

αποδεκτά από τη Διοίκηση (παρ. 3 άρθρου 11 Ν.2690/1999.
Όμως, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του
άρθρου 14 του Ν. 1599/86, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 33 του Ν.
2690/99, τυχόν υφιστάμενες ειδικές διατάξεις που προβλέπουν την υποβολή
πρωτότυπων στοιχείων, εξακολουθούν να ισχύουν (Π.χ. για τη χορήγηση του
φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος απαιτείται η υποβολή στο πρωτότυπο του
πιστοποιητικού Πανεπιστημίων ή Τ.Ε.Ι., βλ. και αριθ. 1020503/188/0006Δ/19.2.2008
9έγγραφό μας στο Παράρτημα 4), εκτός αν καταργηθούν με κοινή απόφαση του
Υπουργού Εσωτερικών και του καθ? ύλην αρμόδιου Υπουργού.

Είναι δυνατή η επικύρωση αντιγράφων εκκαθαριστικών σημειωμάτων

φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων από τις Διοικητικές Αρχές και τα
Κ.Ε.Π.;

Οι διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 2690/1999, όπως

αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 3345/2005
(ΦΕΚ 138/Α΄), αναφέρονται στην υποχρέωση των Διοικητικών Αρχών να
επικυρώνουν αντίγραφα εγγράφων, τα οποία έχουν εκδοθεί νόμιμα, δηλαδή όπως
ορίζουν οι κείμενες διατάξεις, από τη Διοίκηση.
Συνεπώς, τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος φυσικών
προσώπων, τα οποία φέρουν μηχανική αποτύπωση της (στρογγυλής) υπηρεσιακής
σφραγίδας και της υπογραφής του εκάστοτε Γενικού Γραμματέα Πληροφοριακών
Συστημάτων (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 599/1977- ΦΕΚ 160/Α΄,
όπως αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 91 του Ν. 1041/1980- ΦΕΚ
75/Α΄), είναι έγγραφα που εκδίδονται από Διοικητική Αρχή και συνεπώς αντίγραφα
αυτών επικυρώνονται από όλες τις Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π., σύμφωνα με τις
προαναφερθείσες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (αριθ.
1084053/1012/0006Δ/9.10.2006 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ.
ΔΙΣΚΠΟ/Φ15_20261/19.9.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).

Επικυρώνονται, από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και

Οικονομικών, αντίγραφα συμφωνητικών, στα οποία ένας από τα
συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο;


Συμφωνητικά στα οποία ένας εκ των συμβαλλόμενων μερών είναι το Δημόσιο,

εφόσον έχουν εκδοθεί από διοικητική αρχή, συνιστούν διοικητικά έγγραφα και
συνεπώς αντίγραφα αυτών επικυρώνονται κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα
Διοικητικής Διαδικασίας

Είναι έγκυρα τα πιστοποιητικά του Υπουργείου Οικονομίας και

Οικονομικών (Βεβαιώσεις Φορολογικής Ενημερότητας και Εκκαθαριστικά
Σημειώματα) που χορηγούνται μέσω διαδικτύου (υπηρεσία TAXISNET );

Σύμφωνα με τις αριθ. 2837/0030/11.11.2003 (ΦΕΚ 1685/Β΄) και 1022576/28.2.2005

(ΦΕΚ 317/Β΄) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποτελούν διοικητικά έγγραφα, έχουν ισχύ ακριβούς αντιγράφου και είναι έγκυρα για κάθε χρήση από τους ενδιαφερομένους (αριθ. 1070556/846/0006Γ/14.6.2005 και 1639/0030/15.6.2005 έγγραφα της Δ/νσης Οργάνωσης και της Δ/νσης Εφαρμογών Η/Υ).

Είναι σύννομη η πρακτική δημόσιων υπηρεσιών, όπως, επί του

διακρατούμενου από αυτές αντιγράφου του προσαγόμενου και απαιτουμένου
κατά νόμο εγγράφου αλλοδαπής αρχής, βεβαιώνουν ότι είναι όμοιο προς το
πρωτότυπο;


Σύμφωνα με την αριθ. 381/2002 Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του
Κράτους, δεν αποκλείεται από το νόμο η πρακτική των δημόσιων υπηρεσιών, όπως, επί του διακρατούμενου από αυτές αντιγράφου του προσαγόμενου και απαιτούμενου κατά νόμο εγγράφου αλλοδαπής αρχής (όπως στην περίπτωση αλλοδαπού διαβατηρίου), βεβαιώνουν ότι είναι όμοιο προς το πρωτότυπο, εκτός αν από τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ειδικές διατάξεις προκύπτει ότι απαιτείται να κατατεθεί και να παραμείνει στον υπηρεσιακό φάκελο το ίδιο το προσαγόμενο έγγραφο της αλλοδαπής αρχής. Παρατηρείται ότι στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για επικύρωση αντιγράφου κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, αλλά για βεβαίωση, που χρησιμεύει αποκλειστικά στην υπηρεσία, ότι προσήχθη το απαιτούμενο αλλοδαπό έγγραφο και ότι όμοιό του είναι αυτό που παραμένει στον υπηρεσιακό φάκελο.

Επικυρώνονται αντίγραφα εγγράφων που εκδίδονται από τις Διοικητικές

Αρχές, για τα οποία ο νόμιμος τύπος σύνταξης δεν προβλέπει τη σφράγιση με
τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας;

Αντίγραφα εγγράφων που εκδίδονται από τις Διοικητικές Αρχές, για τα οποία ο

νόμιμος τύπος σύνταξης δεν προβλέπει τη σφράγιση με τη σφραγίδα της Ελληνικής
Δημοκρατίας (ιατρικές γνωματεύσεις δημόσιων νοσοκομείων κ.λπ), επικυρώνονται
από τις Διοικητικές Αρχές, εφόσον ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει το πρωτότυπο ή το
ακριβές αντίγραφο του εκδότη.

Επικυρώνονται αντίγραφα αδειών οδήγησης;


Αντίγραφα αδειών οδήγησης επικυρώνονται από όλες τις διοικητικές αρχές και τα

Κ.Ε.Π. Επιβάλλεται, όμως, να ενημερώνονται οι ενδιαφερόμενοι ότι τα ακριβή
αντίγραφα αδειών οδήγησης, δεν έχουν νομική ισχύ άδειας οδήγησης και επομένως,
δεν δίνουν στο κάτοχό τους το δικαίωμα να οδηγεί με αυτά.

Επικυρώνονται έγχρωμα αντίγραφα εγγράφων;


Είναι δυνατή η επικύρωση έγχρωμων αντιγράφων εγγράφων, δεδομένου ότι από τις

διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία επικύρωσης αντιγράφων, δεν προκύπτει καμία
διάκριση μεταξύ έγχρωμων ή μη αντιγράφων (αριθ. 1083343/ 1076/ 0006Δ/ 2.9.2005
έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ22/5583/22.3.2005
έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).- Επικυρώνονται αντίγραφα εγγράφων που φέρουν φωτογραφία;
Αντίγραφα εγγράφων που φέρουν φωτογραφία επικυρώνονται χωρίς την
τοποθέτηση/ επικόλληση φωτογραφίας σε αυτά, γιατί η τοποθέτηση/ επικόλληση
φωτογραφίας συνιστά αλλοίωση ουσιωδών χαρακτηριστικών του πρωτότυπου
εγγράφου (αριθ. 1083343/ 1076/ 0006Δ/ 2.9.2005 έγγραφό μας και το
επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ22/5583/22.3.2005 έγγραφο του
ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).
Για το θέμα αυτό σχετικό είναι και το αριθ. 34989/Γ2/6.4.2005 έγγραφο της Δ/νσης
Σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων, σύμφωνα με το οποίο στα φωτοαντίγραφα των απολυτήριων τίτλων,
που επικυρώνονται από τα σχολεία, δεν θα επικολλάται φωτογραφία του
ενδιαφερομένου με σφραγίδα και υπογραφή του Διευθυντή του Σχολείου (αριθ.
1095939/1167/0006Δ/1.11.2006 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ.
ΔΙΣΚΠΟ/Φ15_23238/26.10.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Επικυρώνονται αντίγραφα των κρατικών πιστοποιητικών Γλωσσομάθειας;


Τα κρατικά πιστοποιητικά Γλωσσομάθειας που εκδίδονται, σύμφωνα με την παρ. 6

του άρθρου 3 του Ν.2740/1999 (ΦΕΚ 186/Α΄), από την αυτοτελή Διεύθυνση
Πιστοποίησης της Γνώσης Ξένων Γλωσσών του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων, ανεξαρτήτως της δίγλωσσης μορφής αυτών, συνιστούν έγγραφα
εκδοθέντα από Διοικητική Αρχή και κατά συνέπεια, οι διοικητικές αρχές υποχρεούνται
να επικυρώνουν αντίγραφα αυτών, με την επίδειξη του πρωτοτύπου ή του ακριβούς
αντιγράφου της εκδούσας αρχής (Σχετικό: αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ15_12733/7.7.2005
έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Επικυρώνονται αντίγραφα εγγράφων που εκδίδονται από τα

Υποθηκοφυλακεία και τα Κτηματολογικά Γραφεία;

Όλες οι Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. υποχρεούνται να επικυρώνουν αντίγραφα

εγγράφων, που εκδίδονται από τα Υποθηκοφυλακεία και τα Κτηματολογικά Γραφεία,
με την επίδειξη του πρωτοτύπου ή του ακριβούς αντιγράφου της εκδούσας αρχής
(αριθ. 1100165/1274/0006Δ/21.10.2005 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε
αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ15_14941_15832/29.9.2005 έγγραφο ΥΠ.ΣΕ.ΔΔ.Α.)

Επικυρώνονται αντίγραφα των εκδιδόμενων από την Ελληνική Αστυνομία

διαβατηρίων;


Όλες οι Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε

επικύρωση αντιγράφων των εκδιδόμενων από την Ελληνική Αστυνομία διαβατηρίων
(αριθ. 1071663/1639/0001Α/2.8.2006 έγγραφο της Δ/νσης Διοικητικού και το
επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/ Φ.15/ 15409/ 27.7.2006 έγγραφο του
ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α)

Επικυρώνονται από τις Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. αντίγραφα

εγγράφων που εκδίδονται από τα Πανεπιστήμια της χώρας;

Τα Πανεπιστήμια αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος,
νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα. Τα έγγραφα που
εκδίδουν δια των οργάνων τους, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους και κατά τους
νόμιμους τύπους, αποτελούν έγγραφα διοικητικής αρχής, αντίγραφα των οποίων
μπορούν να επικυρωθούν από όλες τις Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. ( Σχετικό :
αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.15/1996/16.3.2007 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α, τo οποίo είναι
καταχωρημένo στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών: www.gspa.gr, στη
διαδρομή Δημόσια Διοίκηση/ Σχέσεις Κράτους- Πολίτη/ Επικύρωση Αντιγράφων
Εγγράφων).

Μπορούν οι Δήμαρχοι να επικυρώνουν αντίγραφα εγγράφων και να

βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής;

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και

Κοινοτήτων» (ΦΕΚ 114/Α?):
12α) Ο Δήμαρχος, ως προϊστάμενος των Υπηρεσιών του Δήμου (άρθρο 86 παρ. 1γ),
μπορεί να προβαίνει στην επικύρωση αντιγράφων εγγράφων και να βεβαιώνει το
γνήσιο της υπογραφής.
β) Ο Δήμαρχος μπορεί να μεταβιβάσει στους αντιδημάρχους τις εν λόγω
αρμοδιότητες (παρ. 3 του ίδιου άρθρου) (Ανάλογο είναι το αριθ.
ΔΙΣΚΠΟ/Φ15_15644/29.8.2005 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α και το επισυναπτόμενο
σε αυτό αριθ. 32866/1.8.2005 έγγραφο του ίδιου Υπουργείου, τα οποία είναι
καταχωρημένα στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών: www.gspa.gr, στη
διαδρομή Δημόσια Διοίκηση/ Σχέσεις Κράτους- Πολίτη/ Επικύρωση αντιγράφων
εγγράφων).

Επικυρώνονται από τις Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. αντίγραφα των

τίτλων σπουδών οποιασδήποτε βαθμίδας ιδιωτικής εκπαίδευσης;


ΝΑΙ. Tα αντίγραφα των τίτλων σπουδών που απονέμονται από όλες τις βαθμίδες

εκπαίδευσης ιδιωτικών φορέων, μετά από την επικύρωσή τους από τις οικείες
Περιφερειακές Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του
Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, επικυρώνονται από όλες τις
Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π., χωρίς να απαιτείται προσθέτως η επικύρωσή τους
από δικηγόρο, σύμφωνα με την αριθμ. πρωτ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.15/27928/13-10-2008 Κοινή
Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων
(ΦΕΚ 2171/τ.Β΄/22-10-2008), η οποία εκδόθηκε κατ εφαρμογή των διατάξεων του
άρθρου 11, παρ. 4 του Ν. 2690/99.
Η ως άνω επικύρωση, από όλες τις Διοικητικές Αρχές και τα ΚΕΠ, αντιγράφων των
προαναφερθέντων εγγράφων δεν καταργεί το δικαίωμα των πολιτών να
προσέρχονται και στους δικηγόρους για τη διεκπεραίωση της εν λόγω διαδικασίας
(άρθρο 52 παρ. 1 Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας περί Δικηγόρων»).
(αριθ. 1115460/1149/0006Δ/19.11.2008 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό
αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/ Φ. 15/οικ.29684/5.11.2008 έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών)

Υπάρχουν περιπτώσεις εγγράφων και διαδικασιών, αρμοδιότητας

Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, που εξαιρούνται
από τις ρυθμίσεις που αφορούν στην επικύρωση αντιγράφων εγγράφων και
προβλέπονται από Κοινή Υπουργική Απόφαση ή από ειδικές διατάξεις;


NAI (αριθ. 1008564/ 110/ 0006Δ/ 25.1.2006-ΦΕΚ 163/Β΄ και 1100135/ 1219/ 0006Δ/

13.12.2006- ΦΕΚ 1718/Β΄ Κ.Υ.Α και αριθ. 1020503/188/0006Δ/19.2.2008 έγγραφό
μας, στα Παραρτήματα 2, 3 και 4).

Ποια έγγραφα δεν επικυρώνονται από τις Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π;


α) Τα ιδιωτικά έγγραφα,

β) Τα έγγραφα που εκδίδουν συμβολαιογράφοι ή δικηγόροι,
γ) Τα έγγραφα που προέρχονται από δικαστικές αρχές,
δ) Τα έγγραφα που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές και στα πλαίσια αλλοδαπών
έννομων τάξεων,
ε) Τα έγγραφα των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου,
στ) Τα έγγραφα των Νομικών Προσώπων Διεθνούς Δικαίου,
ζ) Τα έγγραφα των Εκκλησιαστικών Αρχών
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η Δ.Ε.Η., ο Ο.Τ.Ε., οι φορείς που εξέρχονται από το Δημόσιο Τομέα σε
εφαρμογή των άρθρων 30 του Ν.1914/1990 και 22 του ν. 1947/1991, καθώς και οι
δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του
Ν. 3463/2006, δεν υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και
τα έγγραφά τους δεν επικυρώνονται από τις Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π
(Ανάλογο είναι το αριθ. 1083343/ 1076/ 0006Δ/ 2.9.2005 έγγραφό μας και το
επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ22/5583/22.3.2005 έγγραφο του
ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).

Υπάρχουν ειδικότερες περιπτώσεις μη επικύρωσης αντιγράφων

εγγράφων;


Δεν μπορούν να επικυρωθούν από Διοικητική Αρχή αντίγραφα ιδιωτικών εγγράφων

(έγγραφα συμβολαιογράφων, ιδιωτικά συμφωνητικά, τιμολόγια, υπεύθυνες δηλώσεις,
διαγράμματα ιδιωτών μηχανικών, βεβαιώσεις εργοδοτών, αποδείξεις παροχής
υπηρεσιών κ.λπ), ανεξάρτητα αν τα ιδιωτικά αυτά έγγραφα έχουν, μεταγενέστερα της
έκδοσής τους, σφραγιστεί, θεωρηθεί ή υποστεί οποιαδήποτε άλλη επεξεργασία από
τη Διοίκηση (αριθ. 1083343/ 1076/ 0006Δ/ 2.9.2005 έγγραφό μας και το
επισυναπτόμενο σε αυτό αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ22/5583/22.3.2005 έγγραφο του
ΥΠ.ΕΣ.ΔΔ.Α).

Πότε μπορούν οι διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π. να επικυρώνουν

αντίγραφα ιδιωτικών εγγράφων ή εγγράφων που έχουν εκδοθεί από
αλλοδαπές αρχές;


Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν.2690/1999, όπως αυτές

αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν.3345/2005
«Ακριβή αντίγραφα από αντίγραφα ιδιωτικών εγγράφων ή εγγράφων που έχουν
εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές, τα οποία έχουν επικυρωθεί από δικηγόρο ή δημόσια
αρχή, επικυρώνονται από όλες τις διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π».

Τι είδους έγγραφα είναι τα συμβολαιογραφικά και τα δικηγορικά έγγραφα

και πότε επικυρώνονται από τις Διοικητικές αρχές;

Τα έγγραφα που εκδίδονται από συμβολαιογράφους ή δικηγόρους είναι ιδιωτικά

έγγραφα. Η επικύρωση αντιγράφου ιδιωτικού εγγράφου, από το πρωτότυπο, γίνεται
μόνο από δικηγόρο.
Σύμφωνα και με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν.2690/1999
(όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν.
3345/2005), οι Διοικητικές αρχές (κατά συνέπεια και οι Υπηρεσίες του Υπουργείου)
μπορούν να επικυρώνουν ακριβή αντίγραφα συμβολαιογραφικών και δικηγορικών
εγγράφων, από αντίγραφα αυτών που έχουν επικυρωθεί από δικηγόρο (αριθ.
1042725/497/0006Δ/16.5.2005 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό
ΔΙΣΚΠΟ/ Φ15_7381/ 25.4.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Τι είδους έγγραφα είναι τα δικαστικά και τα εκκλησιαστικά έγγραφα;


Τα έγγραφα που εκδίδονται από δικαστικές ή εκκλησιαστικές αρχές συνιστούν

δημόσια, όχι, όμως και διοικητικά έγγραφα, καθώς τα Δικαστήρια και η Εκκλησία δεν
είναι Διοικητικές Αρχές, υπαγόμενες στις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής
Διαδικασίας. Κατά συνέπεια αντίγραφα των εγγράφων αυτών επικυρώνονται από
συμβολαιογράφους ή δικηγόρους, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τα
λειτουργήματα αυτά.
Η Διοίκηση (επομένως και οι Υπηρεσίες του Υπουργείου) δεν νομιμοποιείται
να επικυρώνει αντίγραφα δικαστικών ή εκκλησιαστικών εγγράφων, ούτε από το
πρωτότυπο, ούτε όμως και από το ακριβές αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από
δικηγόρο, γιατί, οι προαναφερθείσες διατάξεις (παρ. 2 του άρθρου 11 του
Ν.2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του
Ν. 3345/2005) αφορούν μόνο στην επικύρωση ιδιωτικών εγγράφων ή εγγράφων
εκδοθέντων από αλλοδαπές αρχές, τα οποία είναι ήδη επικυρωμένα από δικηγόρο
(αριθ. 1042725/497/0006Δ/16.5.2005 έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό
ΔΙΣΚΠΟ/ Φ15_7381/ 25.4.2006 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Επικυρώνονται από τις Διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π. αντίγραφα

εγγράφων που εκδίδει η Μουφτεία;


Η Μουφτεία, παρά το γεγονός ότι χαρακτηρίζεται από τη νομοθεσία ως δημόσια

υπηρεσία, δεν αποτελεί Διοικητική Αρχή, γιατί δεν ασκεί διοικητικές αρμοδιότητες.
Κατά συνέπεια, τα έγγραφα που εκδίδει δεν είναι διοικητικά και επομένως δεν
14επικυρώνονται από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή τα Κ.Ε.Π., καθόσον δεν
εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
Επειδή τα έγγραφα που εκδίδονται από τις Μουφτείες, δεν είναι ιδιωτικά
έγγραφα ή έγγραφα που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές, δεν εμπίπτουν στη
διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 16 του Ν. 3345/2005 και ως εκ
τούτου οι διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π. δεν νομιμοποιούνται να επικυρώσουν
αντίγραφο των εν λόγω εγγράφων, ούτε από ακριβές αντίγραφό τους, έστω και αν
έχει, πρωτίστως, επικυρωθεί από δικηγόρο (αριθ. 1047496/501/0006Δ/18.5.2006
έγγραφό μας και το επισυναπτόμενο σε αυτό ΔΙΣΚΠΟ/Φ.15/οικ.6597/28.3.2006
έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Είναι υποχρεωμένη η Διοίκηση να κάνει αποδεκτά φωτοαντίγραφα μη

επικυρώσιμων εγγράφων, όταν υποβάλλονται στη Διοίκηση, συνοδευόμενα
από υπεύθυνη δήλωση, με την οποία βεβαιώνεται η ακρίβεια των
υποβαλλόμενων στοιχείων;


Στην περίπτωση, που φωτοαντίγραφα μη επικυρώσιμων εγγράφων (ιδιωτικών,

δικαστικών, εκδοθέντων από αλλοδαπές αρχές κ.λπ.) υποβάλλονται στη Διοίκηση,
συνοδευόμενα από υπεύθυνη δήλωση, με την οποία βεβαιώνεται η ακρίβεια των
υποβαλλόμενων στοιχείων, η Διοίκηση δεν είναι υποχρεωμένη να τα κάνει αποδεκτά,
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 Ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45/Α΄), όπως ισχύει.

Εκτός από τα διοικητικά έγγραφα, οι δικηγόροι και οι συμβολαιογράφοι

ποια άλλα έγγραφα μπορούν να επικυρώνουν;

α) Οι δικηγόροι έχουν το δικαίωμα να εκδίδουν επικυρωμένα αντίγραφα κάθε

είδους εγγράφων (ιδιωτικών, συμβολαιογραφικών, εκδοθέντων από αλλοδαπές
αρχές κ.λπ), που υπάρχουν σε αυτούς, έστω και προσωρινώς (ανεξαρτήτως
χρονικής διάρκειας), εφόσον βεβαιώνουν την ακρίβειά τους.
β) Οι συμβολαιογράφοι μπορούν να εκδίδουν και να χορηγούν αντίγραφα
μόνο των εγγράφων που συντάσσουν και φυλάσσουν οι ίδιοι, καθώς και των
εγγράφων που είναι προσαρτημένα ή αναφέρονται σε αυτά.

Πως ορίζονται οι αρμόδιοι υπάλληλοι, που είναι επιφορτισμένοι με το έργο

της επικύρωσης αντιγράφων εγγράφων;

Με απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας τους (αριθ. 1069539/ 775/ 0006Δ/

27.7.2006 έγγραφό μας).
Ποια αντίγραφα εγγράφων δεν νομιμοποιείται να επικυρώνει υπάλληλος
Διοικητικής Αρχής ή Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών, που είναι
επιφορτισμένος με το έργο της επικύρωσης αντιγράφων εγγράφων:
Δεν νομιμοποιείται, κατ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 36 του Ν. 3528/2007,
να επικυρώνει αντίγραφα εγγράφων, τα οποία:
α) έχουν συνταχθεί εκτός της υπηρεσιακής του σχέσης και τον αφορούν
(όπως τίτλους σπουδών, άδεια οδήγησης, διαβατήριο, αστυνομική ταυτότητα),
β) συνέταξε η ίδια του η Υπηρεσία, εφόσον ισχύουν τα κωλύματα που
αναφέρονται στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Στις περιπτώσεις αυτές, πρόδηλο είναι ότι η επικύρωση θα γίνει είτε από τον,
κατά νόμο, αναπληρωτή του, είτε από υπάλληλο άλλης Διοικητικής Αρχής.
Επιτρέπεται, όμως, να επικυρώνει αντίγραφα διοικητικών εγγράφων, στην έκδοση
των οποίων συνέπραξε ή τα υπέγραψε ο ίδιος, ως αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με τις
διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 2690/1999 (ΦΕΚ 45/Α΄), εφόσον η
σύμπραξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2683/1999.

ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΓΝΗΣΙΟΥ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ


Ποιοι μπορούν να βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής;


Όλες οι διοικητικές αρχές και τα Κ.Ε.Π. υποχρεούνται να βεβαιώνουν το γνήσιο της

υπογραφής κάθε ενδιαφερομένου (άρθρο 11 παρ. 1 Ν.2690/99, όπως
συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
Η βεβαίωση για τους Έλληνες πολίτες γίνεται βάσει του δελτίου ταυτότητας, του
διαβατηρίου ή της σχετικής προσωρινής βεβαίωσης της αρμόδιας αρχής.
Για τους αλλοδαπούς, εάν μεν είναι πολίτες κρατών- μελών της Ε.Ε., από το δελτίο
ταυτότητας ή το διαβατήριο, ενώ στις άλλες περιπτώσεις, από το διαβατήριο ή άλλο
έγγραφο βάσει του οποίου επιτρέπεται η είσοδός τους στη χώρα ή τα νομιμοποιητικά
έγγραφα που έχουν εκδώσει οι αρμόδιες ελληνικές αρχές.
Η ταυτότητα των νομικών προσώπων αποδεικνύεται σύμφωνα από τα οριζόμενα
από τις διατάξεις που ισχύουν στην έδρα τους (άρθρο 3 παρ. 4 Ν.2690/99, όπως
συμπληρώθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 11 του Ν. 3230/2004).

Ποια είναι η αποδεικτική ισχύς διαβατηρίου «παλαιού τύπου» και δελτίου

«παλαιού τύπου» ή «κομμένης» αστυνομικής ταυτότητας, κατά τη
διεκπεραίωση διοικητικών διαδικασιών;

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα βασικά στοιχεία της ταυτότητας του

προσώπου που κατέχει το διαβατήριο (π.χ. όνομα, επώνυμο, έτος γέννησης κ.λπ.)
και τα οποία είναι απαραίτητα για τις συναλλαγές του με τη Διοίκηση είναι σταθερά
(αμετάβλητα) και με σκοπό την ταχύτερη και καλύτερη εξυπηρέτηση του πολίτη, τα
διαβατήρια «παλαιού τύπου» ως επίσημα έγγραφα του ελληνικού κράτους,
αποδεικτικά των εν λόγω στοιχείων, γίνονται δεκτά για την απόδειξη των
στοιχείων της ταυτότητας των ενδιαφερομένων κατά τη διεκπεραίωση των
διοικητικών διαδικασιών, που προβλέπονται από τις διατάξεις του «Κώδικα
Διοικητικής Διαδικασίας», όπως π.χ. υποβολή αιτήσεων προς τη Διοίκηση,
επικύρωση αντιγράφων εγγράφων, βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής. Αντίθετα,
δεν μπορούν να γίνονται δεκτά ως ταξιδιωτικά έγγραφα, λόγω μεταβολής του
θεσμικού πλαισίου έκδοσής τους.
Για τους ίδιους λόγους γίνονται δεκτά αποκλειστικά για την απόδειξη των
στοιχείων της ταυτότητας προσώπου, κατά τη διεκπεραίωση διοικητικών
διαδικασιών, και τα δελτία «παλαιού τύπου» ή «κομμένης» αστυνομικής
ταυτότητας (αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.18/οικ.5812/6.3.2007 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).
Επίσης, οι παλαιού τύπου ταυτότητες -στις οποίες, λόγω παρέλευσης πολλών ετών
από την έκδοσή τους δεν είναι αναγνωρίσιμο το πρόσωπο που προσκομίζει την
ταυτότητα σε σχέση με τη φωτογραφία του δελτίου- ως επίσημα έγγραφα του
Ελληνικού κράτους γίνονται δεκτά για την απόδειξη των στοιχείων ταυτότητας των
ενδιαφερομένων, κατά τη διεκπεραίωση διοικητικών διαδικασιών (αριθ.
ΔΙΣΚΠΟ/Φ.18/7974/18.4.2007 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Μπορούν οι υπήκοοι τρίτων χωρών να ζητούν από τις Υπηρεσίες του

Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών τη βεβαίωση του γνησίου της
υπογραφής τους;


Οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να ζητούν από της Διοικητικές Αρχές (κατά

συνέπεια και από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών) τη
βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους, εφόσον προσκομίζουν διαβατήριο σε
ισχύ και επιπρόσθετα:
i) στην περίπτωση που ο σκοπός της εισόδου τους στη Χώρα είναι η
ολιγοήμερη παραμονή:
- τουριστική θεώρηση εισόδου σε ισχύ ή
- ανοιχτό τρίμηνο που δεν έχει λήξει από τη σφραγίδα εισόδου στην Ελλάδα
για τους υπηκόους τρίτων χωρών που προέρχονται από χώρες που δεν απαιτείται
θεώρηση εισόδου ή
- σφραγίδα παράτασης των ανωτέρω μέχρι έξι μήνες από τις αρμόδιες
αστυνομικές αρχές (άρθρο 70 Ν.3386/2005).
ii) στην περίπτωση που ο σκοπός της εισόδου τους στη Χώρα είναι η μόνιμη
διαμονή:
- εθνική θεώρηση εισόδου σε ισχύ για έναν από τους λόγους του Ν.
3386/2005 ή
- ισχύουσα άδεια διαμονής ή
- δελτίο διαμονής (άρθρο 9 παρ. 3 Ν. 3386/2005) ή
- βεβαίωση (χρώματος μπλε) ότι έχει κατατεθεί εμπρόθεσμα αίτηση
χορήγησης ή ανανέωσης της άδειας διαμονής με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά.
Οι κάτοχοι της βεβαίωσης αυτής θεωρούνται ότι διαμένουν νόμιμα στη Χώρα, έως
ότου η Διοίκηση αποφανθεί επί του αιτήματός τους (άρθρο 11 παρ. 4 Ν.3386/2005).
(αριθ. 1058057/587/0006Δ/15.6.2007 έγγραφό μας και επισυναπτόμενο σε αυτό
αριθ. 3590/07/6.6.2007 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Είναι δυνατή η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής κρατουμένων

αλλοδαπών για εξουσιοδότηση σε δικηγόρους;


Κατ εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 84 Ν. 3386/2005,

είναι δυνατή η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής κρατουμένων αλλοδαπών για
εξουσιοδότηση σε δικηγόρους, προκειμένου να εκπροσωπηθούν ενώπιον
δικαστικών αρχών και υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύονται τα στοιχεία της
ταυτότητάς τους, εξ οιουδήποτε δημόσιου εγγράφου (άρθρο 84 παρ. 2 Ν.3386/2005).
(αριθ. 1058057/587/0006Δ/15.6.2007 έγγραφό μας και επισυναπτόμενο σε αυτό
αριθ. 3590/07/6.6.2007 έγγραφο του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α).

Πως γίνεται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής πολιτών κρατών-

μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου
Οικονομίας και Οικονομικών;


α).Οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δικαίωμα διαμονής στην

Ελλάδα, χωρίς την υποχρέωση εφοδιασμού τους με άδεια διαμονής, μέχρι τρεις (3)
μήνες από την ημερομηνία εισόδου τους στη χώρα.
β). Εφόσον κάποιος πολίτης κράτους- μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης
επιθυμεί να παρατείνει τη διαμονή του στη χώρα μας, πρέπει να υποβάλει στην κατά
18τόπον αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, αίτηση με τα
απαιτούμενα δικαιολογητικά.
γ). Στα ταξιδιωτικά έγγραφα των πολιτών κρατών- μελών της Ευρωπαϊκής
Ένωσης δεν τίθενται σφραγίδες εισόδου και εξόδου, γι? αυτό ως ημερομηνία εισόδου
στην Ελλάδα, λογίζεται, από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, η
ημερομηνία που θα δηλώσει ο ενδιαφερόμενος στην αίτησή του για τη χορήγηση της
άδειας διαμονής ή αυτή που αποδεικνύεται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο (π.χ.
εισιτήρια κ.λπ).

Νομιμοποιούνται οι Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. να βεβαιώνουν το

γνήσιο της υπογραφής των ενδιαφερομένων, με την επίδειξη της στρατιωτικής
τους ταυτότητας;

Οι Διοικητικές Αρχές και τα Κ.Ε.Π. νομιμοποιούνται να βεβαιώνουν το γνήσιο της

υπογραφής με την επίδειξη της στρατιωτικής ταυτότητας, δεδομένου ότι:
α) οι διατάξεις των άρθρων 3 και 11 του Ν. 2690/1999 αναφέρονται γενικά σε δελτίο
ταυτότητας και δεν διακρίνουν μεταξύ δελτίων «αστυνομικής ταυτότητας» και
«στρατιωτικής ταυτότητας».
β) η αρμοδιότητα των στρατιωτικών αρχών για την έκδοση στρατιωτικών ταυτοτήτων
προβλέπεται από σχετική νομοθεσία (Ν.Δ. 127/69, όπως ισχύει) και
γ) με τις διατάξεις του άρθρου 7, παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6
του Ν. 1599/1986, ρητά ορίζεται ότι ως ταυτότητα κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού νοούνται και οι στρατιωτικές ταυτότητες.

Σε ποιες περιπτώσεις ΔΕΝ απαιτείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής;


Όταν ο ενδιαφερόμενος προσέρχεται αυτοπροσώπως για υποθέσεις του στις

υπηρεσίες του δημόσιου τομέα ή τα Κ.Ε.Π., προσκομίζοντας το δελτίο ταυτότητας ή
τα αντίστοιχα πρωτότυπα έγγραφα (παρ.1 άρθρου 11 Ν.2690/99, όπως
συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 4 άρθρου 16 Ν.3345/2005).

Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής καλύπτει κάθε περίπτωση;


Η υποχρέωση για τη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής καλύπτει κάθε

περίπτωση και δεν απαιτείται να είναι σχετική ή συναφής με το έργο της Υπηρεσίας,
από την οποία ζητά τη θεώρηση ο πολίτης.

Μπορούν οι δικηγόροι να βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής;


Μόνο σε διαδικασίες που αφορούν στη λειτουργία και στην απονομή της δικαιοσύνης


Μπορούν οι συμβολαιογράφοι να βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής;


Μπορούν να βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής, που τίθεται ενώπιόν τους, σε

κάθε έγγραφο που σχετίζεται με τη συναπτόμενη πράξη .

Μπορούν οι πλοίαρχοι να βεβαιώνουν το γνήσιο της υπογραφής;


ΟΧΙ. Το κεφάλαιο Θ του Κώδικα Δημόσιου Ναυτικού Δικαίου (Ν.Δ. 187/73- ΦΕΚ 261

Α?) αναφέρεται στη διοικητική εξουσία του Πλοιάρχου, η οποία προσδιορίζεται από
συγκεκριμένα καθήκοντα επί του πλοίου και επί των επιβαινόντων, όπως αυτά
περιγράφονται στις διατάξεις του εν λόγω κεφαλαίου (σύνταξη ληξιαρχικών πράξεων
γέννησης- θανάτου, τήρηση των διατάξεων του Αστικού Κώδικα για τις διαθήκες,
σύνταξη εκθέσεως απογραφής πραγμάτων θανόντος κ.α), χωρίς να προσδιορίζεται
ρητά και η υποχρέωση για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής.
Ούτως ή άλλως δεν προκύπτει η σκοπιμότητα αυτού, δεδομένου ότι η διεκπεραίωση
οποιουδήποτε εγγράφου με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και οι
απορρέουσες από αυτό συνέπειες, προϋποθέτουν προσέγγιση του πλοίου σε λιμάνι
(αριθ. 3529.2/105/2007/3.12.2007 έγγραφο του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας,
Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, που εκδόθηκε ύστερα από το αριθ.
1098329/956/0006Δ/16.10.2007 έγγραφό μας).
13.- Νομιμοποιείται υπάλληλος Διοικητικής αρχής ή Κ.Ε.Π.- που έχει την
αρμοδιότητα να προβαίνει στη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής- να
βεβαιώνει το γνήσιο της δικής του υπογραφής, σε εξουσιοδότηση, ως
εξουσιοδοτών πρόσωπο, καθώς και σε εξουσιοδότηση τρίτου, ως
εξουσιοδοτούμενος;
Yπάλληλος Διοικητικής αρχής ή Κ.Ε.Π., που έχει την αρμοδιότητα να προβαίνει στη
βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, δεν νομιμοποιείται να βεβαιώνει το γνήσιο
της δικής του υπογραφής, σε εξουσιοδότηση, ως εξουσιοδοτών πρόσωπο, ούτε
όμως και σε εξουσιοδότηση τρίτου, ως εξουσιοδοτούμενος (άρθρο 36 Ν. 3528/2007).
Πρόδηλο είναι ότι η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής θα γίνει είτε από τον κατά
νόμο αναπληρωτή του εν λόγω υπαλλήλου, είτε από υπάλληλο άλλης Διοικητικής
Αρχής.

Είναι δυνατή η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής σε λευκό χαρτί ή σε

προεκτυπωμένα έντυπα υπεύθυνης δήλωσης, επί των οποίων δεν έχει
συμπληρωθεί το περιεχόμενο της δήλωσης ή βεβαίωσης του ενδιαφερομένου;

Δεν είναι επιτρεπτή η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής σε λευκό χαρτί, ούτε και

σε έντυπα (π.χ. εξουσιοδότηση), στα οποία έχουν συμπληρωθεί μόνο οι ενδείξεις
των στοιχείων ταυτότητας του ενδιαφερομένου, καθώς αυτά δεν αποτελούν έγγραφα,
κατά τα ανωτέρω, γιατί η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής γίνεται μόνο επί
εγγράφων, δηλαδή κειμένων, στα οποία περιλαμβάνεται η δήλωση της βούλησης του
ενδιαφερομένου ή άλλο στοιχείο προορισμένο ή πρόσφορο να αποδείξει γεγονός
που έχει έννομη σημασία .

Υποχρεούνται οι διοικητικές αρχές, από τις οποίες ζητείται η βεβαίωση

του γνησίου της υπογραφής, να ελέγχουν το επιλήψιμο των σχετικών
εγγράφων;


Δεν προκύπτει, από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 11 Ν. 2690/1999

υποχρέωση των Διοικητικών αρχών (κατά συνέπεια καΙ των Υπηρεσιών του Υπουργείου), από τις οποίες ζητείται η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, να ελέγχουν το επιλήψιμο του περιεχομένου των σχετικών εγγράφων. Ωστόσο, δεν μπορεί να βεβαιωθεί το γνήσιο της υπογραφής σε δήλωση προδήλως παράνομη, καθώς η Διοίκηση δεν μπορεί να συμπράξει σε παράνομες πράξεις.
Σχετική με το θέμα αυτό είναι και η αριθ. 317/2007 γνωμοδότηση του Α2 Τμήματος
Διακοπών του Ν.Σ.Κ., η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό ΕΣ.Δ.Δ.Α. (άρθρο
7, παρ. 4, Ν.3086/2002), σύμφωνα με την οποία: «Η βεβαίωση του γνησίου της
υπογραφής προϋποθέτει απαραίτητα έγγραφο κείμενο και δεν νοείται επί άγραφης
σελίδας. Αφορά, όμως, μόνο το γνήσιο της υπογραφής του ενδιαφερομένου και όχι
το περιεχόμενο του εγγράφου. Το όργανο της διοικητικής αρχής ή του Κ.Ε.Π. από το
οποίο ζητείται η βεβαίωση δεν έχει υποχρέωση να ελέγξει το περιεχόμενο του
εγγράφου ούτε δικαιούται να αρνηθεί τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, εκτός
αν από αυτό (περιεχόμενο του εγγράφου) ή από σχετική δήλωση του ιδίου του
ενδιαφερομένου προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο τέλεση ποινικού αδικήματος ή
αντίθεση στα χρηστά ήθη ή αν υπάρχει προγενέστερη ή ταυτόχρονη καταγγελία
τρίτου σε σχέση με το έγγραφο επί του οποίου ζητείται η βεβαίωση του γνησίου της
υπογραφής».

Η επισημειωματική πράξη, για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής,

γίνεται μόνο στο σώμα του κειμένου του εγγράφου, του οποίου ζητείται η βεβαίωση ή και σε ξεχωριστό έγγραφο;


Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής γίνεται με σχετική επισημειωματική πράξη,

αποκλειστικά επί του εγγράφου, το οποίο περιλαμβάνει τη βούληση του δηλούντος.

Τι αναγράφει ο αρμόδιος, για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής

πολιτών, υπάλληλος της Διοικητικής αρχής, στη σχετική επισημειωματική
πράξη ;


Ο αρμόδιος υπάλληλος της διοικητικής Αρχής, για τη βεβαίωση του γνησίου της

υπογραφής πολιτών, στη σχετική επισημειωματική πράξη αναγράφει, χειρόγραφα ή
με ανάλογη ορθογώνια σφραγίδα:
(i) Τον τίτλο του φορέα και την Υπηρεσία αυτού, που ενεργεί τη θεώρηση
(π.χ. Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών- Τελωνείο ?).
(ii) Τη φράση «Βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του ?».
(iii) Το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο του ενδιαφερομένου, του οποίου
βεβαιώνεται η γνησιότητα της υπογραφής.
Τον αριθμό του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου έγγραφου
στοιχείου (άρθρου 3 του Ν. 2690/1999) του ενδιαφερόμενου
προσώπου, του οποίου βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής.
(v) Τον τόπο και την ημερομηνία θεώρησης.
(vi) Την υπογραφή του υπαλλήλου.
(vii) Την επίσημη (στρογγυλή) σφραγίδα της Υπηρεσίας του υπαλλήλου
που ενεργεί τη θεώρηση.
(viii) Το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής, ο πολίτης πρέπει να
υπογράφει ενώπιον του αρμόδιου υπαλλήλου της Υπηρεσίας που ενεργεί τη
βεβαίωση.

Πως βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής πολιτών, στα νομιμοποιητικά

έγγραφα των οποίων αναγράφεται η φράση «αδυναμία υπογραφής»;

α) Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής πολιτών, στα νομιμοποιητικά

έγγραφα των οποίων (δελτίο ταυτότητας, προσωρινή βεβαίωση της αρμόδιας αρχής
κ.λπ) γράφεται, στο πεδίο «υπογραφή κατόχου», η φράση «αδυναμία υπογραφής»
(όπως στις περιπτώσεις αναλφάβητων κ.λπ.), γίνεται σύμφωνα με ό,τι αναγράφει η
ταυτότητά τους ή άλλο σχετικό νομιμοποιητικό έγγραφο.
Επομένως, στην επισημειωματική πράξη, οι αρμόδιοι υπάλληλοι των
Υπηρεσιών του Υπουργείου, που είναι επιφορτισμένοι με το έργο της βεβαίωσης του
γνησίου της υπογραφής των πολιτών, συμπληρώνουν τη σχετική φράση, ως εξής:
«Βεβαιώνεται η αδυναμία υπογραφής του (ονοματεπώνυμο) του (πατρώνυμο), με
Α.Δ.Τ./ ή αριθμό άλλου εγγράφου στοιχείου».
β) Δεδομένου ότι δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για τη βεβαίωση του γνησίου
της υπογραφής αναλφάβητου πολίτη, ακολουθείται και η παρακάτω διοικητική
πρακτική:
- η αναγραφή «σταυρού» ή ένδειξης «Χ» από τον αναλφάβητο πολίτη ή
- άλλο πρόσωπο (π.χ. ο υπάλληλος) αναγράφει τα αρχικά του ονόματος και
του επωνύμου του αναλφάβητου πολίτη και αυτός τα αντιγράφει.
Σκόπιμο, όμως, είναι στις περιπτώσεις αυτές, οι αρμόδιοι υπάλληλοι να βεβαιώνουν
επί της αιτήσεως του συγκεκριμένου πολίτη, ότι είναι αναλφάβητος .

Είναι δυνατή η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του ενδιαφερομένου

σε ξενόγλωσσο κείμενο, το οποίο πρόκειται να υποβληθεί σε αλλοδαπή αρχή;


Τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να ζητήσει

από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, ανεξαρτήτως της γλώσσας, στην οποία το σχετικό
έγγραφο έχει συνταχθεί, καθώς από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας
δεν προκύπτει αντίστοιχη διάκριση με κριτήριο τη γλώσσα σύνταξης.
Επίσης, από τις κείμενες διατάξεις δεν προκύπτει απαγόρευση στη Διοίκηση
να βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής επί εγγράφου, το οποίο θα υποβληθεί σε
αλλοδαπή αρχή.
Σχετική με το θέμα αυτό είναι και η αριθ. 317/2007 γνωμοδότηση του Α2
Τμήματος Διακοπών του Ν.Σ.Κ., σύμφωνα με την οποία: «Η βεβαίωση του γνησίου
της υπογραφής γίνεται ανεξάρτητα από τη γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί το
έγγραφο επί του οποίου τίθεται η υπογραφή, δηλαδή επί ξενόγλωσσων εγγράφων
δεν απαιτείται να υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο και μετάφραση αυτού, αφού
το όργανο της διοικητικής αρχής ή του Κ.Ε.Π., από το οποίο ζητείται η βεβαίωση, δεν υποχρεούται να αναγνώσει το έγγραφο».

Πως ορίζονται οι αρμόδιοι υπάλληλοι, που είναι επιφορτισμένοι με το έργο της βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής;

Με απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας τους (αριθ. 1069539/ 775/ 0006Δ/ 27.7.2006 έγγραφό μας).
Βεβαιώνεται, από τις αρμόδιες Αρχές, το γνήσιο της υπογραφής των
ενδιαφερομένων, σε δηλώσεις ή συμφωνίες για τη μεταβίβαση της κυριότητας
ολικά ή μερικά ή της σύστασης άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί σκάφους
αναψυχής ή αεροσκάφους ή ελικοπτέρου;
Επισημαίνονται οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 81 του Ν.2238/1994- ΦΕΚ
151/Α΄, όπως τροποποιήθηκε, αρχικά, με τις διατάξεις της παρ. 28 του άρθρου 1 του
Ν. 2954/2.11.2001- ΦΕΚ 255/Α΄, οι οποίες, στη συνέχεια, τροποποιήθηκαν με τις
διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 26 του Ν.3220/2004-ΦΕΚ 15/Α΄, όπως ισχύουν.
Ποια προσωπικά του στοιχεία, πρέπει να αναγράφει ο εξουσιοδοτών σε
εξουσιοδότηση που συντάσσεται σε ιδιωτικό έγγραφο;
Στην περίπτωση που η εξουσιοδότηση συντάσσεται σε ιδιωτικό έγγραφο, ο
εξουσιοδοτών πρέπει να αναγράφει σε αυτό τα παρακάτω στοιχεία, τα οποία
συμπίπτουν με τα στοιχεία που απαιτούνται για την πράξη της βεβαίωσης του
γνησίου της υπογραφής, η οποία, άλλωστε, διενεργείται επί του εγγράφου της
εξουσιοδότησης:
i) Το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμό του και
ii) Τον αριθμό του δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας ή της σχετικής
προσωρινής βεβαίωσης αρμόδιας αρχής ή του διαβατηρίου του,
εφόσον είναι Έλληνας πολίτης.
Τον αριθμό του δελτίου ταυτότητάς του ή του διαβατηρίου του, εφόσον
είναι πολίτης Κράτους- Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τον αριθμό του διαβατηρίου του ή άλλου εγγράφου, με το οποίο επι-
τρέπεται η είσοδός του στη χώρα ή σχετικών εγγράφων που έχουν εκ-
δώσει οι αρμόδιες ελληνικές αρχές, στις άλλες περιπτώσεις αλλοδα-
πών.

Για τη σύνταξη της εξουσιοδότησης, είναι ορθό να χρησιμοποιείται,αυτοτελώς, το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/86;

Για τη σύνταξη της εξουσιοδότησης, ορθό είναι να μη χρησιμοποιείται, αυτοτελώς, το υπόδειγμα της υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του Ν. 1599/86, καθώς αυτό έχει
σχεδιασθεί για την εξυπηρέτηση διαφορετικών συναλλαγών με τις δημόσιες
υπηρεσίες. Στην περίπτωση, όμως, που οι πολίτες έχουν χρησιμοποιήσει αυτοτελές
έντυπο υπεύθυνης δήλωσης για τη σύνταξη εξουσιοδότησης, αυτό πρέπει να γίνεται
αποδεκτό από τις Υπηρεσίες μας, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τα ανωτέρω
αναφερόμενα στοιχεία, για την αποφυγή ταλαιπωρίας τους.
Με τις διατάξεις της αριθ. ΔΙΑΔΠ/Α1/18368/25.9.2002 (ΦΕΚ 1276/Β/1.10.2002)
απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,
δόθηκε η δυνατότητα, στο έντυπο της αίτησης των πολιτών να ενσωματώνεται και
23υπεύθυνη δήλωση, στην οποία ο πολίτης μπορεί να συντάξει και εξουσιοδότηση
προς κάποιο πρόσωπο για να διεκπεραιώσει την υπόθεσή του, συμπληρώνοντας το
σχετικό πεδίο. Στην περίπτωση αυτή, η αίτηση είναι επιπλέον υπεύθυνη δήλωση και
εξουσιοδότηση.

ΔΙΕΝΕΡΓΕΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΝ

Ποιοι μπορούν να μεταφράζουν ξενόγλωσσα κείμενα (Μεταφραστική
Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Δικηγόροι, Συμβολαιογράφοι) ;

Αρμοδιότητα διενέργειας μετάφρασης εγγράφων (δημόσιων και ιδιωτικών), έχουν:
α) Η Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, η αρμοδιότητα
της οποίας καλύπτει, τόσο τη μετάφραση ξενόγλωσσων κειμένων στην ελληνική, όσο
και ελληνικών σε άλλη γλώσσα.
Επίσης, αρμοδιότητα προς διενέργεια επίσημων μεταφράσεων έχουν η
Υπηρεσία Πολιτικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος και οι Προξενικές Αρχές,
σύμφωνα με τα άρθρα 148 παρ. 4 εδ. ε΄ και 27 εδ. Ιζ΄, αντιστοίχως, του Ν.419/1976.
β) Οι δικηγόροι, η αρμοδιότητα των οποίων καλύπτει τη μετάφραση
ξενόγλωσσων και μόνο εγγράφων στην ελληνική, με την προϋπόθεση ότι οι
μεταφράσεις που γίνονται από αυτούς συνοδεύονται από το μεταφρασθέν έγγραφο,
το οποίο φέρει επ? αυτού χρονολογημένη και ενυπόγραφη βεβαίωση του
μεταφράσαντος δικηγόρου, ότι η μετάφραση αφορά στο ίδιο αυτό έγγραφο και
γ) Οι συμβολαιογράφοι, η αρμοδιότητα των οποίων καλύπτει τη μετάφραση
στην ελληνική, των ξενόγλωσσων εγγράφων, που είναι χρήσιμα για την κατάρτιση
πράξεων της αρμοδιότητάς τους.
Περαιτέρω:
α) Η επίσημη μετάφραση δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, από την ελληνική
σε ξένη γλώσσα ή αντιστρόφως, που διενεργεί η Μεταφραστική Υπηρεσία του
Υπουργείου Εξωτερικών, αποτελεί έγγραφο διοικητικής αρχής και κατά συνέπεια,
κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει, από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, την
επικύρωση αντιγράφου από το πρωτότυπο της μεταφράσεως ή από ακριβές
αντίγραφο αυτής, που έχει εκδώσει η Μεταφραστική Υπηρεσία.
Η υποχρέωση επικυρώσεως του αντιγράφου αυτού υπάρχει και όταν η
μετάφραση έχει γίνει σε ξένη γλώσσα, αφού ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας
ρυθμίζει το θέμα της επικυρώσεως των αντιγράφων, χωρίς να διακρίνει μεταξύ
εγγράφων συντεταγμένων σε ελληνική και ξένη γλώσσα, με την προϋπόθεση βέβαια
ότι ο αρμόδιος για την επικύρωση υπάλληλος, μπορεί να διαγνώσει ότι πρόκειται για
έγγραφο ημεδαπής διοικητικής αρχής και μάλιστα πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο
της Αρχής που εξέδωσε το πρωτότυπο (βλ. αριθ. 335/2002 Γνωμοδότηση του
Νομικού Συμβουλίου του Κράτους).
Tα κριτήρια που υιοθετούν οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και
Οικονομικών για την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, προσδιορίζονται από τις ίδιες, καθόσον κάθε Διοικητική Αρχή έχει τις ιδιαιτερότητές της και τις δικές της
προτεραιότητες, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της.
Κατά την άποψή μας, οι Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και
Οικονομικών, σε κάθε περίπτωση που απαιτείται για τη διεκπεραίωση κάποιας
υποθέσεως, η υποβολή μεταφράσεως και η μετάφραση που προσκομίζεται από τον
ενδιαφερόμενο έγινε από πτυχιούχο μεταφραστή του Ιονίου Πανεπιστημίου,
προκειμένου να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια περί αποδοχής ή μη των
μεταφράσεων αυτών, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη:
- τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου και των πολιτών,
- την κατηγορία και τη σπουδαιότητα του εγγράφου,
- τη σπουδαιότητα και την ιδιαιτερότητα της προς διεκπεραίωση
υποθέσεως,
- την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών,
- την εύρυθμη λειτουργία τους και
- την αποτελεσματική και ταχεία αντιμετώπιση των σχετικών υποθέσεων,
με ταυτόχρονη διασφάλιση των υπαλλήλων από οποιαδήποτε
αμφισβήτηση της ηθικής τους υποστάσεως.

Προθεσμία διεκπεραίωσης υποθέσεων των πολιτών από τις Διοικητικές Αρχές.


Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999 (όπως

αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 11 του Ν.3230/2004 και της
παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3242/2004-ΦΕΚ 102/Α΄), οι δημόσιες υπηρεσίες, οι
Ο.Τ.Α και τα Ν.Π.Δ.Δ., όταν υποβάλλονται αιτήσεις, οφείλουν να διεκπεραιώνουν τις
υποθέσεις των ενδιαφερομένων και να αποφαίνονται για τα αιτήματά τους, μέσα σε
προθεσμία πενήντα (50) ημερών, εφόσον από ειδικές διατάξεις δεν προβλέπονται
μικρότερες προθεσμίες.
Η προθεσμία αρχίζει από την κατάθεση της αίτησης στην αρμόδια υπηρεσία και την
υποβολή ή συγκέντρωση των απαιτούμενων δικαιολογητικών, πιστοποιητικών ή
στοιχείων ή από τότε που περιέρχεται η αίτηση στην αρμόδια υπηρεσία, αν είχε
υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία.
Αν η αίτηση υποβληθεί σε αναρμόδια υπηρεσία, η υπηρεσία αυτή οφείλει, μέσα σε
τρεις (3) ημέρες, να τη διαβιβάσει στην αρμόδια και να γνωστοποιήσει τούτο στον
ενδιαφερόμενο.

Όταν πρόκειται για υποθέσεις αρμοδιότητας περισσότερων υπηρεσιών, η προθεσμία
των 50 ημερών παρατείνεται για 10, ακόμη, ημέρες (ήτοι, 60 ημέρες).
Ποια είναι η ημερομηνία έκδοσης της διοικητικής πράξης;

Ημερομηνία έκδοσης της διοικητικής πράξης, άρα και ημερομηνία διεκπεραίωσης
υπόθεσης είναι αυτή της υπογραφής από τον εκδότη της και όχι η ημερομηνία
διακίνησης του εξερχόμενου εγγράφου από την αρμόδια, γι αυτό.
Εντός ποιας προθεσμίας, οι διοικητικές αρχές πρέπει να χορηγούν
πιστοποιητικά και βεβαιώσεις στους ενδιαφερομένους;
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 4 του Ν.2690/99, οι διοικητικές
αρχές, οφείλουν, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, να χορηγούν αμέσως
πιστοποιητικά και βεβαιώσεις. Αν δεν είναι δυνατή η άμεση χορήγησή τους, αυτά
αποστέλλονται ταχυδρομικώς, μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών, στη διεύθυνση
που έχει δηλωθεί. Η υποχρέωση αυτή δεν υφίσταται, αν ο ενδιαφερόμενος, με την
αίτησή του, δηλώσει ότι θα τα παραλάβει αυτοπροσώπως ή με εξουσιοδοτημένο
εκπρόσωπο.

Ποια είναι η προθεσμία διεκπεραίωσης αιτημάτων που αφορούν στην απλή
παροχή πληροφοριών, για τις οποίες δεν απαιτείται η διενέργεια έρευνας,
συλλογή στοιχείων ή εξέταση αυτών κ.λπ;

Στις περιπτώσεις αυτές, οι Υπηρεσίες πρέπει να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια,
ώστε τα αιτήματα αυτά να διεκπεραιώνονται άμεσα και σε καμία περίπτωση να μην
εξαντλούνται οι οριζόμενες από το νόμο προθεσμίες.
Υπάρχουν διαφορετικές (μεγαλύτερες) προθεσμίες για περιπτώσεις
αρμοδιότητας Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών;
Με την αριθ. 1097636/ 1212/ 0006Δ/ 3.12.2004 (ΦΕΚ 1839/Β΄) κοινή απόφαση των
Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας &
Οικονομικών έχουν καθοριστεί διαφορετικές (μεγαλύτερες) προθεσμίες
διεκπεραίωσης ορισμένων υποθέσεων των πολιτών από το Υπουργείο Οικονομίας &
Οικονομικών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4, παρ. 1 του Ν.2690/99, όπως
αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 11, παρ. 1 του Ν. 3230/2004 και του
άρθρου 6, παρ. 1, του Ν. 3242/2004 (βλ. Παράρτημα 1).

Σε ποιες περιπτώσεις δεν ισχύουν οι κατά τα ανωτέρω προθεσμίες
διεκπεραίωσης υποθέσεων των πολιτών;

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 4 του Ν.2690/99 (όπως
συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.3242/2004), οι
προθεσμίες για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των πολιτών, όπως αυτές αναφέρονται
ανωτέρω, δεν ισχύουν στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) για αναγνώριση απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον υφίσταται σχετική
εκκρεμής δίκη και
β) όπου απαιτείται εμφάνιση του ενδιαφερομένου, ενώπιον συλλογικού οργάνου και
η μη προσέλευσή του οφείλεται σε υποκειμενικούς ή αντικειμενικούς λόγους.

Πότε συγχωρείται υπέρβαση των προθεσμιών για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των πολιτών;

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 10 του Ν.2690/99 (όπως
αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 6 του Ν.3242/2004),
υπέρβαση των προθεσμιών για τη διεκπεραίωση υποθέσεων των πολιτών, όπως
αυτές αναφέρονται ανωτέρω, συγχωρείται σε περίπτωση ανώτερης βίας (π.χ. σε
περίπτωση παγετού κ.λπ.), καθώς και όταν ο ενδιαφερόμενος επικαλείται τη
συνδρομή γεγονότων γνωστών στην υπηρεσία.

Πότε οι υπηρεσίες απαλλάσσονται από την υποχρέωση διεκπεραίωσης υποθέσεων των πολιτών;

Όταν το αίτημα είναι εμφανώς παράλογο, αόριστο, ακατάληπτο ή επαναλαμβάνεται
κατά τρόπο καταχρηστικό (παρ. 3 άρθρου 4 Ν.2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε με
τις διατάξεις της παρ. 3 άρθρου 11 Ν.3230/2004).

Πως ενεργεί η Υπηρεσία σε περίπτωση αντικειμενικής και ειδικά
αιτιολογημένης αδυναμίας διεκπεραίωσης υποθέσεων των πολιτών;

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999 (όπως
αντικαταστάθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3242/2004), εάν
κάποια υπόθεση δεν μπορεί να διεκπεραιωθεί, λόγω αντικειμενικής και ειδικά
αιτιολογημένης αδυναμίας, η υπηρεσία, οφείλει, μέσα σε πέντε (5) τουλάχιστον
ημέρες πριν από την εκπνοή της προβλεπόμενης προθεσμίας, να γνωστοποιήσει
εγγράφως στον αιτούντα, τους λόγους της καθυστέρησης, τον υπάλληλο που έχει
αναλάβει την υπόθεση, τον αριθμό τηλεφώνου του για την παροχή πληροφοριών και
κάθε άλλη χρήσιμη πληροφορία.

Ποια είναι τα δικαιώματα των πολιτών σε περίπτωση μη τήρησης των
προθεσμιών από τις διοικητικές αρχές;

Σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών, όπως αυτές προβλέπονται από τις
διατάξεις του Ν.2690/99, όπως ισχύουν και την αριθ. 1097636/ 1212/ 0006Δ/
273.12.2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και
Αποκέντρωσης και Οικονομίας & Οικονομικών, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να
υποβάλλουν αίτηση για καταβολή αποζημίωσης από τον οικείο φορέα, σύμφωνα με
τις διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 7 του Ν. 3242/2004, με τις οποίες αντικαταστάθηκαν
οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 5 του Ν.1943/91 (ΦΕΚ 50/Α?). Το ειδικό έντυπο
της αίτησης χορηγείται από την αρμόδια Υπηρεσία. Η αίτηση από τον
ενδιαφερόμενο υποβάλλεται στη Διεύθυνση Σχέσεων Κράτους- Πολίτη του
Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, για θέματα
αρμοδιότητας των Υπουργείων, ή στην Ειδική Επιτροπή της παραγράφου 2β εδ. 4
του άρθρου δεύτερου του Ν.2690/99, που λειτουργεί στην έδρα κάθε Περιφέρειας,
για θέματα υπηρεσιών του Δημόσιου τομέα, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις του
άρθρου 14 του Ν.2190/94, όπως ισχύει.

Εντός ποιας προθεσμίας, οι πολίτες μπορούν να υποβάλλουν τις αιτήσεις
για καταβολή αποζημίωσης;

Μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα (60) ημερών, από την παρέλευση
άπρακτης της προθεσμίας, που ορίζεται για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης ή την
οριστική απάντηση (βλ. και αριθ. 1066848/825/0006Δ/23.8.2004 έγγραφό μας και
επισυναπτόμενη σε αυτή αριθ. ΔΙΣΚΠΟ/Φ.17/ΟΙΚ/17170 Κ.Υ.Α).

Τα αιτήματα προς τη Διοίκηση πρέπει να υποβάλλονται από τους άμεσα
ενδιαφερόμενους ή και από τρίτα πρόσωπα;

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 3 του Ν.2690/1999 «Αίτηση του ενδιαφερομένου
για την έκδοση διοικητικής πράξης απαιτείται όταν το προβλέπουν οι σχετικές
διατάξεις».
Τα αιτήματα προς τη Διοίκηση, για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, καθώς και η
παραλαβή των τελικών πράξεων, γίνονται από τους άμεσα ενδιαφερομένους. Και
τούτο, προκειμένου να αποδεικνύεται, αφενός η ταυτότητα του ενδιαφερομένου και
αφετέρου να διασφαλίζονται τα έννομα αποτελέσματα της βούλησής του, είτε αφορά
στην έκδοση πράξης, είτε σε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία.
Για το λόγο αυτό, τρίτα πρόσωπα μπορούν να υποβάλλουν αιτήσεις και να
παραλαμβάνουν τελικές πράξεις, αντί των άμεσα ενδιαφερομένων, μόνο όταν
φέρουν τη νόμιμη, για το σκοπό αυτό, εξουσιοδότηση, στην οποία έχει βεβαιωθεί το
γνήσιο της υπογραφής του άμεσα ενδιαφερομένου, από οποιαδήποτε Διοικητική
Αρχή, κατά τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Υποχρεούται η διοίκηση να χορηγεί απόδειξη παραλαβής της
υποβαλλόμενης αίτησης στον ενδιαφερόμενο;

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 4 του Ν.2690/99 (όπως
συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.3242/2004), η
υπηρεσία στην οποία υποβάλλεται η αίτηση, οφείλει να χορηγεί στον ενδιαφερόμενο
απόδειξη παραλαβής, στην οποία περιλαμβάνονται: ο οικείος αριθμός πρωτοκόλλου,
η προθεσμία εντός της οποίας υφίσταται υποχρέωση διεκπεραίωσης της υπόθεσής
του, καθώς και η επισήμανση ότι, σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων,
παρέχεται δυνατότητα αποζημίωσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (άρθρο 5,
παρ. 7 και 8 του Ν. 1943/91).

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΩΔΙΚΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ


Α.- ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

ΘΕΜΑ 1ο.
Μετά από την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης, με Πρακτικό του Γ΄ Λυκείου ?
(υπογεγραμμένο από το Διευθυντή του), ζητείται από τη Δ.Ο.Υ. ?, η άρση
καταλογισμού ποσού σε βάρος καθηγήτριας του ίδιου σχολείου. Η ενδιαφερόμενη
καθηγήτρια ζητά, εγγράφως, με αίτησή της, επικυρωμένο αντίγραφο του Πρακτικού,
για κάθε νόμιμη χρήση.
Ερωτάται:
α) Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να της χορηγήσει επικυρωμένο αντίγραφο;
β) Μπορεί η Δ.Ο.Υ. να αρνηθεί τη χορήγησή του, με την αιτιολογία ότι δεν εκδόθηκε
από αυτή;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
α) NAI. Το πρακτικό είναι διοικητικό έγγραφο που την αφορά, επομένως η
καθηγήτρια έχει εύλογο ενδιαφέρον να λάβει γνώση του περιεχομένου του (άρθρο 5
παρ. 1 Ν. 2690/1999).
β) ΟΧΙ. Σύμφωνα με την αριθ. 3943/1995 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας,
γίνεται δεκτό ότι η Διοίκηση «έχει την υποχρέωση να χορηγεί η ίδια στους αιτούντες
τα ζητούμενα στοιχεία, έστω μάλιστα και αν δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που
τηρούνται στην οικεία Υπηρεσία, αφού σε τέτοια περίπτωση, οφείλει να μεριμνήσει
ώστε να περιέλθουν σε αυτή τα σχετικά στοιχεία, προκειμένου να εκπληρώσει την
παραπάνω υποχρέωσή της». Συνεπώς, οι Υπηρεσίες μας πρέπει να χορηγούν
αντίγραφα εγγράφων, τα οποία νόμιμα έχουν στην κατοχή τους, στους
ενδιαφερομένους, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 5 Ν.
2690/1999. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ισχύουν οι επιφυλάξεις και το πρακτικό
πρέπει να χορηγηθεί στην καθηγήτρια.
ΘΕΜΑ 2ο.
Πολίτης ζητά, εγγράφως, με αίτησή του, αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, με την
οποία έχει καταλογισθεί σε βάρος του, ποσόν, το οποίο πρέπει να πληρωθεί στη
Δ.Ο.Υ. Η Δ.Ο.Υ, πράγματι, έχει στο αρχείο της αντίγραφο της δικαστικής
απόφασης, επικυρωμένο από το δικαστήριο που την εξέδωσε.
Ερωτάται:
α) Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να του χορηγήσει φωτοαντίγραφο της δικαστικής απόφασης;
β) Αν ο πολίτης ζητά επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, μπορεί η
Δ.Ο.Υ. να επικυρώσει ακριβές φωτοαντίγραφο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
α) NAI. Ανήκει, μάλιστα, στις περιπτώσεις που -η δικαστική απόφαση, στο
συγκεκριμένο θέμα- λογίζεται ως διοικητικό έγγραφο, αφού, μπορεί να μην εκδόθηκε
από διοικητική αρχή, χρησιμοποιήθηκε, όμως και εμπίπτει στις περιπτώσεις που έχει
ληφθεί υπ? όψιν για τον καθορισμό της διοικητικής δράσεως ή τη διαμόρφωση
γνώμης ή κρίσεως διοικητικού οργάνου και ο πολίτης έχει εύλογο ενδιαφέρον να
λάβει γνώση αυτής. Ως προς το δικαίωμα πρόσβασης, λοιπόν, η δικαστική απόφαση
θεωρείται διοικητικό έγγραφο.
β) ΟΧΙ. Η Διοίκηση (επομένως και οι Υπηρεσίες του Υπουργείου) δεν νομιμοποιείται
να επικυρώνει αντίγραφα δικαστικών εγγράφων (τα Δικαστήρια δεν είναι διοικητικές
33αρχές), ούτε από το πρωτότυπο, ούτε όμως και από το ακριβές αντίγραφο που έχει
επικυρωθεί από δικηγόρο, γιατί οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 11 του
Ν.2690/1999, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16
του Ν. 3345/2005, αφορούν μόνο στην επικύρωση ιδιωτικών εγγράφων ή εγγράφων
εκδοθέντων από αλλοδαπές αρχές, τα οποία είναι ήδη επικυρωμένα από δικηγόρο.
ΘΕΜΑ 3ο.
Η Δ/νση Χωροταξίας- Πολεοδομίας Νότιου Τομέα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης
Ανατολικής Αττικής διαβίβασε στη Δ.Ο.Υ. .? χρηματικό κατάλογο και περιληπτική
κατάσταση βεβαιώσεως, βεβαιώνοντας πρόστιμο σε βάρος του Β, για αυθαίρετο
κτίσμα που κατασκεύασε στην περιοχή της Ν. Μάκρης. Η Δ.Ο.Υ. ?, πράγματι,
βεβαίωσε το πρόστιμο και έστειλε ειδοποίηση στο Β για την καταβολή του (εφάπαξ ή
σε μηνιαίες δόσεις, ανάλογα). Ο Β προσερχόμενος στη Δ.Ο.Υ. ζητά, εγγράφως,
επικυρωμένα αντίγραφα του χρηματικού καταλόγου και της περιληπτικής κατάστασης
βεβαιώσεως, για κάθε νόμιμη χρήση/ ή για δικαστική χρήση.
Ερωτάται:
α) Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να του τα χορηγήσει;
β) Μπορεί η Δ.Ο.Υ. να αρνηθεί τη χορήγησή τους, με την αιτιολογία ότι δεν
εκδόθηκαν από αυτήν και να παραπέμψει το Β στην αρμόδια Δ/νση Χωροταξίας-
Πολεοδομίας για να τα ζητήσει;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
α) NAI. Η Δ/νση Χωροταξίας- Πολεοδομίας Νότιου Τομέα της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής είναι διοικητική αρχή. Ο χρηματικός κατάλογος και
η περιληπτική κατάσταση βεβαιώσεως που εξέδωσε, είναι διοικητικά έγγραφα, τα
οποία επικυρώνονται από τη Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 Ν.
2690/1999, όπως ισχύει. Ο Β, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 Ν.
2690/1999, έχει εύλογο ενδιαφέρον να λάβει γνώση αυτών, καθόσον τον αφορούν.
β) ΟΧΙ. Σύμφωνα με την αριθ. 3943/1995 Απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας,
οι Δημόσιες Υπηρεσίες (συνεπώς και η Δ.Ο.Υ?στη συγκεκριμένη περίπτωση)
πρέπει να χορηγούν αντίγραφα εγγράφων, τα οποία νόμιμα έχουν στην κατοχή τους,
στους ενδιαφερομένους, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 3 άρθρου 5 Ν.
2690/1999. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τις
οποίες ισχύουν οι επιφυλάξεις και η Δ.Ο.Υ πρέπει να χορηγήσει στον ενδιαφερόμενο
αντίγραφα του χρηματικού καταλόγου και της περιληπτικής κατάστασης βεβαιώσεως.
ΘΕΜΑ 4ο.
Η Τράπεζα ?διαβίβασε στη Δ.Ο.Υ?χρηματικό κατάλογο σε βάρος του Γ, τον οποίο,
πράγματι, βεβαίωσε η Δ.Ο.Υ, στέλνοντας σε αυτόν σχετική ειδοποίηση για καταβολή
του οφειλόμενου ποσού. Ο Γ, έκπληκτος, προσερχόμενος στη Δ.Ο.Υ. ζητά να μάθει
από πού προέρχεται η οφειλή του. Η Δ.Ο.Υ. τον πληροφορεί ότι προέρχεται από
οφειλές της Ομόρρυθμης Εταιρείας, στην οποία μετείχε ως ομόρρυθμος εταίρος,
προς την Τράπεζα?Ο Γ αρνείται ότι οφείλει στη συγκεκριμένη Τράπεζα και
προσκομίζει στη Δ.Ο.Υ. παραστατικά, με τα οποία ισχυρίζεται ότι έχει εκπληρώσει
κάθε οφειλή του προς αυτή. Η Δ.Ο.Υ. αλληλογραφεί με την Τράπεζα, η οποία στη
συνέχεια με έγγραφό της παρέχει τις αναγκαίες διευκρινίσεις. Ο Γ πληροφορείται για
το απαντητικό έγγραφο της Τράπεζας και ζητά, εγγράφως, να λάβει επικυρωμένο
αντίγραφο αυτού για δικαστική χρήση;
Ερωτάται:
α) Σε ποια κατηγορία εγγράφων ανήκει το έγγραφο της ?Τράπεζας και ποιες
προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν για να χορηγηθεί αντίγραφό του στο Γ;
β) Μπορεί η Δ.Ο.Υ. να επικυρώσει αντίγραφο του εγγράφου της Τράπεζας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
α) Το έγγραφο της Τράπεζας δεν είναι διοικητικό έγγραφο. Συνεπώς, σύμφωνα με τις
διατάξεις της παρ. 2 άρθρου 5 Ν. 2690/99, για να χορηγηθεί αντίγραφο αυτού στον Γ,
πρέπει να συντρέχουν ταυτόχρονα δυο προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να
επικαλεστεί ο Γ στην αίτησή του, ήτοι:
i) ειδικό έννομο συμφέρον (άρθρο 902 ΑΚ) και
ii) το έγγραφο να είναι σχετικό με υπόθεση του Γ, η οποία εκκρεμεί στην Υπηρεσία ή
έχει διεκπεραιωθεί από αυτή.
Στην περίπτωσή μας συντρέχουν και οι δυο προϋποθέσεις και ο Γ μπορεί να λάβει
αντίγραφο αυτού.
β) Η Δ.Ο.Υ. δεν μπορεί να επικυρώσει αντίγραφο του εγγράφου της Τράπεζας από
το πρωτότυπο που τηρεί στο αρχείο της, γιατί δεν είναι διοικητικό έγγραφο. Συνεπώς,
θα χορηγήσει απλό φωτοαντίγραφο αυτού, το οποίο θα επισυναφθεί σε
(συνοδευτικό) απαντητικό έγγραφό της, στο οποίο θα αναγράφονται τα εξής:
«Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 Ν. 2690/99 (ΦΕΚ 45 Α), όπως
ισχύει, σας χορηγούμε όμοιο φωτοαντίγραφο του με αριθ. εγγράφου της
Τράπεζας, από το πρωτότυπο αυτού που τηρείται στο αρχείο της Υπηρεσίας μας.
Το παρόν σας χορηγείται, ύστερα από την από αίτησή σας, για δικαστική
χρήση». Στην ένωση των σελίδων, μεταξύ της έγγραφης απάντησης και του
φωτοαντιγράφου, η Δ.Ο.Υ. μπορεί να θέσει στρογγυλή σφραγίδα με τη μονογραφή
του αρμόδιου υπαλλήλου που χειρίζεται το θέμα.
Β.- ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΑΝΤΙΓΡΑΦΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
ΘΕΜΑ 1ο.
Πολίτης για τη διεκπεραίωση υποθέσεώς του, προσκομίζει και υποβάλλει στη
Δ.Ο.Υ... πρωτότυπο/ ή ακριβές αντίγραφο ασφαλιστικής ενημερότητας, που
εκδόθηκε από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Θέλει, όμως, για το αρχείο του, επικύρωση ενός
ακριβούς αντιγράφου του από τη Δ.Ο.Υ. Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να του χορηγήσει ακριβές
αντίγραφο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005). Η ασφαλιστική ενημερότητα
αποτελεί διοικητικό έγγραφο (Το Ι.Κ.Α. είναι Ν.Π.Δ.Δ.).
ΘΕΜΑ 2ο.
α).Ζητείται από τη Δ.Ο.Υ. η επικύρωση αντιγράφου ισολογισμού μιας εταιρείας, ο
εκπρόσωπος της οποίας προσκομίζει και το πρωτότυπό του. Είναι δυνατή η
επικύρωσή του;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005). Ο Ισολογισμός είναι ιδιωτικό
έγγραφο.
β). Ποιος μπορεί να επικυρώσει το αντίγραφο του ισολογισμού;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οποιοσδήποτε δικηγόρος (άρθρο 52 Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας περί
Δικηγόρων»).
γ). Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο του ισολογισμού, από
αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
ΘΕΜΑ 3ο.
α). Πολίτης ζητά από τη Δ.Ο.Υ. την επικύρωση αντιγράφου ιατρικής δαπάνης που
εξέδωσε ιδιώτης ιατρός ή ιδιωτικό νοσοκομείο/ ή του εκκαθαριστικού μισθοδοσίας
του, το οποίο είναι υπογεγραμμένο από το διευθυντή ή το λογιστή της ιδιωτικής
επιχείρησης, στην οποία εργάζεται. Τα πρωτότυπα των δυο αυτών εγγράφων
βρίσκονται στο φάκελό του, που τηρεί η Δ.Ο.Υ. στο αρχείο της. Ισχυρίζεται, μάλιστα,
ότι αφού υπάρχουν στο αρχείο της Υπηρεσίας, αποτελούν διοικητικά έγγραφα. Είναι
δυνατή η επικύρωσή τους;
35ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η απόδειξη ιατρικής δαπάνης/ ή το εκκαθαριστικό μισθοδοσίας, όπως
περιγράφονται στο ερώτημά μας, είναι ιδιωτικά έγγραφα. Εφόσον τηρούνται στο
αρχείο της Δ.Ο.Υ. και εφόσον έχουν ληφθεί υπ? όψιν για τον καθορισμό διοικητικής
δράσης ή τη διαμόρφωση γνώμης ή κρίσης διοικητικού οργάνου (στη συγκεκριμένη
περίπτωση για την εκκαθάριση της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του
φορολογουμένου), λογίζονται ως διοικητικά έγγραφα και κατά συνέπεια, χορηγούνται
με την επίκληση απλού εύλογου ενδιαφέροντος. Η ανωτέρω ευρεία διατύπωση του
όρου «διοικητικό έγγραφο» αφορά στο πεδίο της πρόσβασης ενός πολίτη σε
έγγραφα, που τηρούνται στο αρχείο μιας Υπηρεσίας, ήτοι, στη συγκεκριμένη
περίπτωση, στη χορήγηση απλού φωτοαντιγράφου της απόδειξης ιατρικής δαπάνης/
ή του εκκαθαριστικού μισθοδοσίας, κατ? άρθρο 5 παρ. 4 Ν.2690/1999. Δεν είναι,
όμως, δυνατή η επικύρωση αντιγράφων των εγγράφων αυτών από τη Δ.Ο.Υ (παρ. 2
του άρθρου 11 του ν.2690/99, όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις της παρ. 5
του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
β). Ποιος θα μπορούσε να επικυρώσει το αντίγραφο της ιατρικής δαπάνης/ ή του
εκκαθαριστικού μισθοδοσίας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οποιοσδήποτε δικηγόρος (άρθρο 52 Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας περί
Δικηγόρων»).
γ).Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο της ιατρικής δαπάνης/
ή του εκκαθαριστικού μισθοδοσίας, από αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από
δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
ΘΕΜΑ 4ο.
Είναι δυνατή η επικύρωση αντιγράφου ιατρικής γνωμάτευσης δημόσιου νοσοκομείου,
που δεν φέρει τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: NAI, εφόσον ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει και επιδεικνύει το
πρωτότυπο ή το ακριβές αντίγραφο του εκδότη.
ΘΕΜΑ 5ο.
α) Είναι δυνατή η επικύρωση από τη Δ.Ο.Υ. αντιγράφου αδείας οικοδομής που
εξέδωσε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση/ Δήμος ;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005), εφόσον ο ενδιαφερόμενος
προσκομίζει το πρωτότυπο ή το ακριβές αντίγραφο της αρχής που εξέδωσε το
πρωτότυπο. (Η άδεια οικοδομής είναι διοικητικό έγγραφο. Οι Νομαρχιακές
Αυτοδιοικήσεις και οι Δήμοι είναι Διοικητικές Αρχές).
β) Συμβολαιογράφος ή Δικηγόρος μπορούν να επικυρώσουν αντίγραφο αδείας
οικοδομής που εξέδωσε η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση/ Δήμος;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005), σύμφωνα με τις διατάξεις που
διέπουν την άσκηση των λειτουργημάτων τους.
γ) Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο της αδείας οικοδομής,
από αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από συμβολαιογράφο/ δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Είναι αδύνατη η επικύρωση από αντίγραφο, το οποίο δεν έχει
επικυρωθεί από την αρχή που εξέδωσε το πρωτότυπο ή το ακριβές αντίγραφο αυτής.
ΘΕΜΑ 6ο.
α) Είναι δυνατή η επικύρωση από τη Δ.Ο.Υ. αντιγράφου διαβατηρίου, που έχει
εκδοθεί από τη Μολδαβία/ Ρωσία / Αγγλία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Το διαβατήριο είναι έγγραφο που έχει εκδοθεί από αλλοδαπή
αρχή και στα πλαίσια αλλοδαπής έννομης τάξης.
β).- Ποιος μπορεί να επικυρώσει αντίγραφο του διαβατηρίου;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οποιοσδήποτε δικηγόρος (άρθρο 52, Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας περί
Δικηγόρων»).
γ). Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο του διαβατηρίου, από
αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
δ). Εάν πρόκειται να τηρηθεί αντίγραφο του προαναφερθέντος διαβατηρίου στο
αρχείο της Δ.Ο.Υ. (απαιτείται για κάποια συγκεκριμένη διαδικασία), είναι δυνατή η
επικύρωσή του;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στην περίπτωση αυτή η Δ.Ο.Υ. βεβαιώνει ότι το προσαγόμενο και
διακρατούμενο από αυτή, αντίγραφο του διαβατηρίου είναι όμοιο προς το
πρωτότυπο.
ΘΕΜΑ 7ο.
α). Σε ποια κατηγορία εγγράφων ανήκουν τα έντυπα Ε1, Ε2.., Φ1,Φ2?,Β1, Β2, οι
δηλώσεις φόρου κληρονομιάς, δωρεάς, γονικής παροχής, φόρου κληρονομιάς,
φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ειδικού φόρου επί των ακινήτων (3%);
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Είναι ιδιωτικά έγγραφα (αριθ. 1008564/110/0006Δ/25.1.2006 και
1100135/ 1219/ 0006Δ/ 13.12.2006 Κ.Υ.Α και αριθ. 1020503/188/0006Δ/19.2.2008
έγγραφό μας, στα Παραρτήματα 2, 3 και 4)
β). Πως επικυρώνονται τα αντίγραφα των προαναφερθέντων εγγράφων (Ε1 κ.λπ);
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η επικύρωσή τους γίνεται μόνο από την οικεία Δ.Ο.Υ., όπου
φυλάσσεται το πρωτότυπό τους (αριθ. 1008564/110/0006Δ/25.1.2006 και 1100135/
1219/ 0006Δ/ 13.12.2006 Κ.Υ.Α και αριθ. 1020503/188/0006Δ/19.2.2008 έγγραφό
μας, στα Παραρτήματα 2, 3 και 4).
γ) Είναι δυνατόν να επικυρώσει άλλη Δ.Ο.Υ., Τελωνείο, Κτηματική Υπηρεσία/ το
Κ.Ε.Π/η Νομαρχία, ακριβή αντίγραφα των προαναφερθέντων εγγράφων (Ε1
κ.λπ.) από αντίγραφά τους, που εκδόθηκαν από την οικεία Δ.Ο.Υ.;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (αριθ. 1008564/110/0006Δ/25.1.2006 και 1100135/ 1219/ 0006Δ/
13.12.2006 Κ.Υ.Α και αριθ. 1020503/188/0006Δ/19.2.2008 έγγραφό μας, στα
Παραρτήματα 2, 3 και 4).
ΘΕΜΑ 8ο.
Τα αντίγραφα της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1, Ε5) ή των
συνυποβαλλόμενων εντύπων (Ε2, Ε3, Ε9), που υποβάλλονται χειρόγραφα ή
ηλεκτρονικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, χωρίς επικύρωση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ, όταν συνοδεύονται από την υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86,
στην οποία βεβαιώνεται η ακρίβεια των δηλούμενων στοιχείων (αριθ.
1008564/110/0006Δ/25.1.2006 Κ.Υ.Α- περ. 2).
ΘΕΜΑ 9ο.
α) Είναι δυνατή η επικύρωση από τη Δ.Ο.Υ., αντιγράφου υπεύθυνης δήλωσης από
το πρωτότυπό της, στην οποία το γνήσιο της υπογραφής του δηλούντος έχει
βεβαιωθεί από την Ελληνική Αστυνομία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005). Η υπεύθυνη δήλωση είναι
ιδιωτικό έγγραφο.
β). Ποιος μπορεί να επικυρώσει το αντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οποιοσδήποτε δικηγόρος (άρθρο 52 Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας περί
Δικηγόρων»).
γ). Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο της υπεύθυνης
δήλωσης, από αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
ΘΕΜΑ 10ο.
Είναι δυνατό να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ./ Τελωνείο/ Κτηματική Υπηρεσία, ακριβές
αντίγραφο δικαστικής απόφασης, από το πρωτότυπο ή το αντίγραφο της αρμόδιας
δικαστικής αρχής/ ή από αντίγραφο, που έχει επικυρωθεί από δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ.
ΘΕΜΑ 11ο.
α). Είναι δυνατή η επικύρωση από τη Δ.Ο.Υ., ακριβούς αντιγράφου
συμβολαιογραφικού εγγράφου (συμβόλαιο, δωρεά, γονική παροχή κ.λπ), από
αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από τον καταρτίσαντα συμβολαιογράφο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Τα συμβολαιογραφικά έγγραφα είναι ιδιωτικά έγγραφα.
β). Πότε θα ήταν δυνατή η επικύρωση του συμβολαιογραφικού εγγράφου;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Θα ήταν δυνατή η επικύρωση ακριβούς αντιγράφου
συμβολαιογραφικού εγγράφου, μόνο από αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από
δικηγόρο (άρθρο 11, παρ. 2, Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις διατάξεις
της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
ΘΕΜΑ 12ο.
Πολίτης έχει στα χέρια του αντίγραφο δήλωσης Ε1, τρίτου προσώπου, επικυρωμένου
από την οικεία Δ.Ο.Υ. και ζητά από άλλη Δ.Ο.Υ., να του επικυρώσει ένα ακριβές
αντίγραφο από το αντίγραφο της οικείας Δ.Ο.Υ. Δεν έχει, όμως, σχετική
εξουσιοδότηση του τρίτου προσώπου. Είναι δυνατή η επικύρωσή του;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005). Στη σχετική επισημειωματική
πράξη, πρέπει να αναγραφεί το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, καθώς και ο
αριθμός δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου νομιμοποιητικού εγγράφου
στοιχείου του προσώπου, που προσκομίζει το προς επικύρωση έγγραφο.
ΘΕΜΑ 13ο.
α). Είναι δυνατή η επικύρωση από τη Δ.Ο.Υ/ Τελωνείο/ Κτηματική Υπηρεσία,
ακριβούς αντιγράφου ξενόγλωσσου πανεπιστημιακού πτυχίου (έχει εκδοθεί στην
Τσέχικη/ Αγγλική/ Βουλγάρικη γλώσσα κ.λπ).
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ, γιατί είναι έγγραφο που έχει εκδοθεί από αλλοδαπή αρχή.
β). Ποιος μπορεί να επικυρώσει το αντίγραφο του ξενόγλωσσου πανεπιστημιακού
πτυχίου;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Οποιοσδήποτε δικηγόρος (άρθρο 52 Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας περί
Δικηγόρων»).
γ). Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο του ξενόγλωσσου
πανεπιστημιακού πτυχίου, από αντίγραφο που έχει επικυρωθεί από δικηγόρο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 2690/1999, όπως αντικαταστάθηκε από τις
διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
Γ.- ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΓΝΗΣΙΟΥ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ
1.- Πολίτης, που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου, προσκομίζει, για να παραλάβει
πιστοποιητικό που εκδίδει η Δ.Ο.Υ, εξουσιοδότηση, στην οποία, το γνήσιο της
υπογραφής του εξουσιοδοτούντος, βεβαιώθηκε από δικηγόρο. Η Δ.Ο.Υ. πρέπει να
κάνει αποδεκτή αυτή την εξουσιοδότηση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ (άρθρο 11, παρ. 1, Ν. 2690/1999, όπως συμπληρώθηκε με τις
διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
2.Πολίτης, που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου, υποβάλλει αίτηση για έκδοση
πιστοποιητικού που εκδίδει η Δ.Ο.Υ, προσκομίζοντας εξουσιοδότηση, στην οποία, το
38γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος, βεβαιώθηκε από Κ.Ε.Π. Η Δ.Ο.Υ.
πρέπει να κάνει αποδεκτή αυτή την εξουσιοδότηση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 1, Ν. 2690/1999, όπως συμπληρώθηκε με τις
διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
3.Πολίτης, που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου, προσκομίζει, για να διεκπεραιώσει
κάποια υπόθεση (του τρίτου), εξουσιοδότηση, στην οποία, το γνήσιο της υπογραφής
του εξουσιοδοτούντος, βεβαιώθηκε από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ. Η Δ.Ο.Υ. πρέπει να
κάνει αποδεκτή αυτή την εξουσιοδότηση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ (άρθρο 11, παρ. 1, Ν. 2690/1999, όπως συμπληρώθηκε με τις
διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 Ν.3345/2005).
4. Πολίτης προσκομίζει υπεύθυνη δήλωση, στην οποία έχει συμπληρώσει όλα τα
προεκτυπωμένα πεδία της και μας ζητά να του βεβαιώσουμε το γνήσιο της
υπογραφής του, χωρίς όμως να έχει γράψει το κείμενο, που θα εκφράσει τη βούλησή
του. Μας λέει, μάλιστα, ότι θα το συμπληρώσει αργότερα. Μπορούμε να του
βεβαιώσουμε το γνήσιο της υπογραφής;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ (αριθ. 1068565/774/0006Δ/27.7.2006 έγγραφό μας).
5. Πολίτης μας προσκομίζει ξενόγλωσσο κείμενο και μας ζητά να κάνουμε σε αυτό,
βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του. Μας λέει ότι πρόκειται για εξουσιοδότηση
σε κάτοικο Γερμανίας, προκειμένου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για
απονομή σύνταξης. Μπορούμε να του βεβαιώσουμε το γνήσιο της υπογραφής;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ.
6.Πολίτης εξουσιοδοτεί τρίτο πρόσωπο να προβεί, για λογαριασμό του, στη
διεκπεραίωση υπόθεσής του στη Νομαρχία. Στην εξουσιοδότηση έχει συμπληρώσει,
πλήρως, το oνοματεπώνυμο και το πατρώνυμό του, καθώς και τον αριθμό του
δελτίου ταυτότητάς του, καθώς και το oνοματεπώνυμο του εξουσιοδοτουμένου.
Επίσης και η δήλωση της βουλήσεώς του είναι σαφής. Ζητά από τη Δ.Ο.Υ./Τελωνείο
να του βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής του. Μπορεί η Δ.Ο.Υ./ Τελωνείο να
προβεί στη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ (άρθρο 11, παρ. 1, Ν.2690/99, όπως συμπληρώθηκε με τις
διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 ν.3345/2005).
Δ. ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΩΝ ΕΓΓΡΑΦΩΝ
α) Ιδιωτικό έγγραφο μεταφράσθηκε, από τη γαλλική/ ή τουρκική γλώσσα στην
ελληνική γλώσσα, από τη Μεταφραστική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.
Είναι δυνατόν να επικυρώσει η Δ.Ο.Υ. ακριβές αντίγραφο της μετάφρασης, από το
πρωτότυπο ή το ακριβές αντίγραφο αυτής που εξέδωσε η μεταφραστική Υπηρεσία
του Υπουργείου Εξωτερικών;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΝΑΙ. Η επίσημη μετάφραση δημόσιου ή ιδιωτικού εγγράφου, από την
ελληνική σε ξένη γλώσσα ή αντιστρόφως, που διενεργεί η Μεταφραστική Υπηρεσία
του Υπουργείου Εξωτερικών, αποτελεί έγγραφο διοικητικής αρχής και κατά συνέπεια,
κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ζητήσει, από οποιαδήποτε διοικητική αρχή, την
επικύρωση αντιγράφου από το πρωτότυπο της μεταφράσεως ή από ακριβές
αντίγραφο αυτής, που έχει εκδώσει η Μεταφραστική Υπηρεσία.
β) Πολίτης προσκομίζει για διεκπεραίωση υπόθεσής του σε Δ.Ο.Υ./ σε Τελωνείο,
μεταφρασμένο από δικηγόρο, από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική, τιμολόγιο. Η
Δ.Ο.Υ. πρέπει να κάνει αποδεκτή τη μετάφραση;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: NAI, με την προϋπόθεση ότι η μετάφραση συνοδεύεται από το
μεταφρασθέν έγγραφο (το Τιμολόγιο στην αγγλική γλώσσα), το οποίο φέρει επ?
αυτού, χρονολογημένη και ενυπόγραφη βεβαίωση του μεταφράσαντος δικηγόρου ότι
η μετάφραση αφορά στο ίδιο αυτό έγγραφο (άρθρο 53 Ν.Δ. 3026/1954 «Κώδικας
περί Δικηγόρων»).
ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ
Πολίτης υπέβαλε ερώτημα για υπόθεσή του στη Δ.Ο.Υ. Η Δ.Ο.Υ., εντός της
προθεσμίας των 50 ημερών, που είχε στη διάθεσή της για να απαντήσει στον πολίτη,
λόγω της πολυπλοκότητας του ερωτήματος, το διαβίβασε στην αρμόδια Δ/νση της
Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου για να δώσει απάντηση. Πράγματι, η Δ/νση
της Κεντρικής Υπηρεσίας απάντησε, εντός των νόμιμων προθεσμιών, στο ερώτημα.
Παρέλειψε κάποια ενέργεια η Δ.Ο.Υ.;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η Δ.Ο.Υ, έπρεπε να ενημερώσει τον πολίτη, εγγράφως, για τη
διαβίβαση του ερωτήματός του στην αρμόδια Δ/νση της Κεντρικής Υπηρεσίας,
αμέσως και πάντως όχι μετά από την παρέλευση 45 ημερών. Η ενημέρωση του
πολίτη θα μπορούσε να γίνει και με το ίδιο έγγραφο, με το οποίο διαβιβάστηκε το
ερώτημα στη Δ/νση Φορολογίας Εισοδήματος.
ΣΤ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ-ΠΡΟΞΕΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ- ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΘΕΜΑΤΑ
Θέμα 1ο
Δικηγόρος προσκομίζει στη Δ.Ο.Υ εξουσιοδότηση, με την οποία ένας κάτοικος
Γαλλίας τον εξουσιοδοτεί να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να του χορηγηθεί
Α.Φ.Μ. Το γνήσιο της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος βεβαιώθηκε από γαλλικό
Δήμο. Ο εξουσιοδοτούμενος (δικηγόρος) προσκομίζει τη ξενόγλωσση
εξουσιοδότηση, με τη νόμιμη μετάφρασή της από τον ίδιο. Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να κάνει
αποδεκτή την εξουσιοδότηση και, κατά συνέπεια, να χορηγήσει Α.Φ.Μ. στον
ενδιαφερόμενο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Οι επικυρώσεις (βεβαιώσεις, θεωρήσεις) υπογραφής που τίθενται
σε ιδιωτικό έγγραφο (εξουσιοδότηση), θεωρούνται δημόσια έγγραφα (περίπτ. δ,
άρθρου 1 Ν.1497/84) και συνεπώς χρήζουν επισημείωσης (Apostille). Στην
προκειμένη περίπτωση, η εξουσιοδότηση, η οποία έχει συνταχθεί σε Κράτος- Μέλος
της Σύμβασης της Χάγης (Γαλλία), για να γίνει δεκτή στη χώρα μας, πρέπει να φέρει
επισημείωση (Apostille).
Θέμα 2ο
Πολίτης προσκομίζει στη Δ.Ο.Υ συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο (γενικό ή ειδικό),
με το οποίο ένας κάτοικος Η.Π.Α., του παρέχει την εξουσία να διεκπεραιώσει
υπόθεσή του στη συγκεκριμένη Δ.Ο.Υ (για τη συγκεκριμένη περίπτωση προβλέπεται
υποβολή γενικού ή ειδικού πληρεξουσίου). Το πληρεξούσιο είναι νόμιμα
μεταφρασμένο από δικηγόρο. Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να κάνει αποδεκτό το πληρεξούσιο;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Τα συμβολαιογραφικά έγγραφα θεωρούνται δημόσια έγγραφα
(περίπτ. γ, άρθρο 1 Ν.1497/84) και συνεπώς χρήζουν επισημείωσης (Apostille). Στην
προκειμένη περίπτωση, το πληρεξούσιο (συμβολαιογραφικό έγγραφο), το οποίο έχει
συνταχθεί σε Κράτος- μέλος της Σύμβασης της Χάγης (Η.Π.Α.), για να γίνει δεκτό στη
χώρα μας, πρέπει να φέρει επισημείωση (Apostille).
Θέμα 3ο
Φιλιππινέζος υπήκοος που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, για τη διεκπεραίωση
υπόθεσής του στη Δ.Ο.Υ, προσκομίζει πιστοποιητικό γέννησης, που εκδόθηκε από
την αρμόδια Δημόσια Υπηρεσία των Φιλιππίνων (φέρει την επίσημη σφραγίδα των
Φιλιππίνων και υπογραφή του αρμόδιου διοικητικού οργάνου). Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να το
κάνει αποδεκτό, με αυτά μόνο τα στοιχεία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ, για τους παρακάτω λόγους:
α) Το πιστοποιητικό γέννησης έχει εκδοθεί στο κράτος των Φιλιππίνων, το
οποίο δεν έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση της Χάγης. Συνεπώς, το πιστοποιητικό
γέννησης, για να γίνει αποδεκτό από τη Δ.Ο.Υ, πρέπει:
- να φέρει προξενική θεώρηση από την προξενική Αρχή των Φιλιππίνων.
- η υπογραφή του διαπιστευμένου υπαλλήλου του Προξενείου των
Φιλιππίνων στην Ελλάδα, χρήζει επικύρωσης από το Τμήμα Επικυρώσεων της
40Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρο 51 Π.Δ. 230/1998-
ΦΕΚ 177/Α΄).
β) Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να προσκομίσει το πιστοποιητικό γέννησης και
νόμιμα μεταφρασμένο.
Θέμα 4ο
Λίβυος/ Αιγύπτιος υπήκοος, προσκομίζει και επιδεικνύει στη Δ.Ο.Υ το διαβατήριό
του, για να του χορηγηθεί Α.Φ.Μ. Η Δ.Ο.Υ. δεν μπορεί να διακρίνει στο διαβατήριο,
το όνομα και το επώνυμο του ενδιαφερομένου και του ζητά να της προσκομίσει, για
την αποφυγή περαιτέρω ταλαιπωρίας του, σχετική βεβαίωση από την Πρεσβεία/ ή
Προξενείο της Αιγύπτου/ Λιβύης στην Ελλάδα. Πράγματι, ο ενδιαφερόμενος
προσκομίζει τη βεβαίωση (η οποία φέρει την επίσημη σφραγίδα της Αιγύπτου/
Λιβύης και υπογραφή του διαπιστευμένου διπλωματικού υπαλλήλου της Αιγύπτου/
Λιβύης στην Ελλάδα) και τη νόμιμη μετάφρασή της.
Ερωτάται:
α) Πρέπει η Δ.Ο.Υ να κάνει αποδεκτή την προσκομιζόμενη βεβαίωση, εφόσον φέρει
αυτά μόνο τα στοιχεία;
β) Θα άλλαζε η απάντησή σας, αν αντί για Αιγύπτιο/ Λίβυο υπήκοο και Πρεσβεία/ ή
Προξενείο της Αιγύπτου/ Λιβύης, είχαμε Μολδαβή υπήκοο και Πρεσβεία της
Μολδαβίας στην Ελλάδα;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
α) ΟΧΙ. Η υπογραφή του διαπιστευμένου διπλωματικού υπαλλήλου της Λιβύης στην
Ελλάδα, έπρεπε να επικυρωθεί από το Τμήμα Επικυρώσεων της Μεταφραστικής
Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρο 51 Π.Δ. 230/1998 -ΦΕΚ 177/Α΄).
β) Στην περίπτωση που η βεβαίωση εκδιδόταν από την πρεσβεία της Μολδαβίας,
δεν απαιτείται η επικύρωση της υπογραφής του διαπιστευμένου διπλωματικού
υπαλλήλου της Μολδαβίας στην Ελλάδα, από το Τμήμα Επικυρώσεων της
Μεταφραστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών (άρθρο 2 παρ. 1 Ν.
844/1978- ΦΕΚ 227 Α?).
Θέμα 5ο
Κύπριος υπήκοος, για να διεκπεραιώσει υπόθεσή του στη Δ.Ο.Υ..., προσκομίζει
πιστοποιητικό του Εφόρου Πλοίων/ ή του Εφόρου Εταιρειών (διοικητικά όργανα της
Κυπριακής Δημοκρατίας, αμφότεροι), τα οποία φέρουν την υπογραφή τους και την
επίσημη σφραγίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Απαιτείται η θεώρηση (Apostille) στα
προαναφερθέντα πιστοποιητικά;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Τα πιστοποιητικά του Εφόρου Πλοίων/ ή του Εφόρου Εταιρειών
είναι δημόσια έγγραφα και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 της
από 5ης Μαρτίου 1984 διμερούς Συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου
(κυρωτικός ν. 1548/85), για την κυκλοφορία δημόσιων εγγράφων μεταξύ Ελλάδος και
Κύπρου δεν απαιτείται η θεώρηση Apostille.
Θέμα 6ο
Πολίτης, για διεκπεραίωση υπόθεσης Κυπρίου υπηκόου σε Δ.Ο.Υ, προσκομίζει
εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο, που έχει συνταχθεί στην Κύπρο είτε από δικηγόρο,
είτε από πιστοποιούντα υπάλληλο. Η Δ.Ο.Υ. πρέπει να κάνει αποδεκτά την
εξουσιοδότηση ή το πληρεξούσιο, που έχουν συνταχθεί κατά τα ανωτέρω;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Οι εξουσιοδοτήσεις και τα πληρεξούσια, που έχουν συνταχθεί
στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε από δικηγόρο είτε από πιστοποιούντα
υπάλληλο, πρέπει να φέρουν τη θεώρηση Apostille, γιατί εμπίπτουν στην
κατηγορία των ιδιωτικών εγγράφων, τα οποία σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2
του άρθρου 12 της από 5ης Μαρτίου 1984 διμερούς Συμβάσεως μεταξύ Ελλάδος και
Κύπρου (κυρωτικός ν. 1548/85), δεν απαλλάσσονται από την επικύρωση.
Θέμα 7ο
41Αλβανός/ Γεωργιανός υπήκοος που ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, προσκομίζει για
τη διεκπεραίωση υπόθεσής του στη Δ.Ο.Υπιστοποιητικό οικογενειακής
κατάστασης, που έχει εκδοθεί από την αρμόδια διοικητική αρχή της χώρας του, με τη
νόμιμη μετάφρασή του. Πρέπει η Δ.Ο.Υ. να το κάνει αποδεκτό;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: ΟΧΙ. Για να γίνει αποδεκτό από τη Δ.Ο.Υ, πρέπει να επικυρωθεί από
την οικεία ελληνική προξενική αρχή στην Αλβανία/ Γεωργία (εδάφιο γ? παρ. 2 του
άρθρου 22 του Ν. 3566/2007).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Αριθ. Πρωτ.: 1097636/1212/0006Δ/3.12.2004 Κ.Υ.Α. (Δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ
1839/Β΄/10.12.2004)
ΘΕΜΑ: Καθορισμός διαφορετικών προθεσμιών διεκπεραίωσης ορισμένων
υποθέσεων των πολιτών από το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, από αυτές
που ορίζονται με την παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2690/1999, όπως αυτή
αντικαταστάθηκε και ισχύει